GR US

Ο συμβιβασμός με την ένταση και μια ιστορία από το 2016

Εθνικός Κήρυξ

Ντόναλντ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν κατά τη διάρκεια της τηλεμαχία της Τρίτης, 29 Σεπτεμβρίου, 2020. (Olivier Douliery/Pool vi AP)

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Ζούμε μια εποχή απίστευτης πόλωσης. Εδώ και πέντε χρόνια, διαμορφώνεται ένα σκηνικό πολιτικής έντασης, το οποίο μέρα με την μέρα τρυπάει το ταβάνι του. Οντως, εάν δεν ζούσαμε στην Αμερική ή δεν είχαμε πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η εικόνα της προχθεσινής τηλεοπτικής αναμέτρησης θα μας εξέπληττε. Προσωπικά, παρότι με θλίβει, δεν το θεωρώ κάτι μη αναμενόμενο.

Οσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, πιστεύω ότι Τραμπ και Μπάιντεν, σε αυτό το πρώτο ντιμπέιτ, κινήθηκαν συντηρητικά. Πώς συμβαίνει αυτό, με όλη αυτή την ένταση και τις προσβολές εκατέρωθεν; Έχει μια και μόνη εξήγηση: Απευθύνθηκαν στην πολωμένη βάση τους.

Σε όλα τα θέματα που τέθηκαν επί τάπητος, ο Τραμπ αναπαρήγαγε τη γραμμή που ως επί το πλείστον ενστερνίζονται και προβάλουν όσοι φανατικά τον υποστηρίζουν. Δεν νομίζω ότι έχασε κάποιον από τους υποστηρικτές του. Ακόμη και στην αποφυγή της καταδίκης της δράσης των «Proud Boys», στην πραγματικότητα έκανε κάτι προφανές: Ενα κομμάτι του συντηρητικού κόσμου, δυστυχώς, δεν απορρίπτει ολοκληρωτικά τέτοιες φωνές. Αντιθέτως, επειδή θεωρεί ως υποκινητές της έντασης τους θιασώτες της άκρας αριστεράς, τις αντιμετωπίζει είτε ως αναγκαίο κακό, είτε ως έντονη έκφραση της διαφορετικής άποψης, πιστεύοντας πως χρωματίζονται σκοπίμως ως ρατσιστές από τα ΜΜΕ, χωρίς να είναι. Σε μια περίοδο πόλωσης, ο Τραμπ, γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να κερδίσει συμπάθειες στο κεντροαριστερό κομμάτι των ψηφοφόρων -ακόμη κι αν καταδίκαζε με επιθετική γλώσσα τους «Proud Boys»- προτίμησε να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα και να περιθωρακίσει τον σκληρό πυρήνα του. Κυνικό; Αναμφίβολα, αλλά παράλληλα και δείγμα των καιρών που ζούμε.

Περίπου με το ίδιο σκεπτικό κινήθηκε και ο Τζο Μπάιντεν. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Μπάιντεν ούτε έκλεισε ποτέ το μάτι στους σοσιαλιστές, ούτε εκφράστηκε υπέρ των εντάσεων στις πορείες διαμαρτυρίας; Ουδείς, εκτός κι αν δεν τον γνωρίζει καθόλου ως πολιτικό. Παρόλα αυτά, κρατάει μεν αποστάσεις (σ.σ. για παράδειγμα δεν ενστερνίστηκε το σύνθημα «defund the police»), αλλά δεν πρόκειται να καταδικάσει ευθέως κανένα κομμάτι της ριζοσπαστικής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος, με την οποία έχει συμμαχήσει αναγκαστικά για να κερδίσει τις εκλογές, στις οποίες διακυβεύονται πολλά. Αραγε, πόσους ψηφοφόρους που έχουν ταυτίσει το σημερινό Δημοκρατικό Κόμμα είτε με τον Σοσιαλισμό, είτε με την άκρα αριστερά ή ακόμη και την αναρχία, θα συγκινούσε ο Μπάιντεν, εάν υιοθετούσε δημόσια το ρητό «Νόμος και Τάξη», το οποίο, στις συνειδήσεις συγκεκριμένης ομάδας ψηφοφόρων του, έχει ταυτιστεί με την αστυνομική κατάχρηση εξουσίας; Ελάχιστους, ενώ θα δυσαρεστούσε πολλούς σημερινούς υποστηρικτές του.

Το ίδιο ισχύει και για την πανδημία. Κανένας ένθερμος ή απλά συμβιβασμένος υποστηρικτής του Τραμπ δεν θα (παρα)δεχθεί την ευθύνη του στην τραγική -όσο και εξευτελιστική- εικόνα της πανίσχυρης αυτής χώρας, εν μέσω της εξάπλωσης της Covid -19. Διότι είτε έχει υιοθετήσει ένα αφήγημα που αποδομεί και δεν υπολογίζει το σύνολο των στατιστικών στοιχείων, είτε έχει θέσει ως προτεραιότητα το συνολικό άνοιγμα της οικονομίας με κάθε κόστος, εστιάζοντας αποκλειστικά στην ανάγκη του βιοπορισμού.

Αρα, λοιπόν, δεν θεωρώ πως το ντιμπέιτ μας έκανε σοφότερους ως προς τους δυο υποψήφιους. Είχε, όμως, νικητή; Περισσότερο τείνω στην «ισοπαλία», η οποία, εάν αναλογιστούμε τις δημοσκοπήσεις, μάλλον λειτουργεί προς όφελος του Μπάιντεν: Με ποδοσφαιρικούς όρους, «αυτός που προηγείται στην κούρσα, βολεύεται και με το Χ». Ενισχυτικό στοιχείο αυτής της άποψης είναι -αν έχουμε το αντεπιχείρημα ότι οι δημοσκοπήσεις που ακολούθησαν πορεύονται εκ του πονηρού- οι αλλαγές των αποδόσεων στις βρετανικές στοιχηματικές εταιρείες: Η Pinnacle, που θεωρείται από τις πιο αξιόπιστες, εμφάνιζε, μέχρι λίγο πριν την τηλεμαχία, τον Τραμπ ως φαβορί των εκλογών, παρά το γεγονός ότι σε όλες τις σφυγμομετρήσεις έρχεται δεύτερος. Ομως, μετά την τηλεοπτική αναμέτρηση, άλλαξε την εκτίμησή της, ρίχνοντας την απόδοση του Μπάιντεν κάτω από το 1.70.

Ολα αυτά, υπό την αίρεση του «εάν». Άλλωστε, ανατρέχοντας κανείς στην αρθρογραφία μετά το τρίτο ντιμπέιτ του 2016 -επί παραδείγματι στον ιστότοπο VOX- θα διαβάσει περίπου τα ίδια πράγματα με σήμερα: Οτι ο Τραμπ όχι μόνο δεν κέρδισε τίποτα, αλλά έχασε την αναμέτρηση, με βασικό ερώτημα -και τότε- εάν θα αποδεχθεί το αποτέλεσμα όταν θα επιβεβαιωθεί μια άνετη νίκη της Κλίντον ή θα αμφισβητήσει την εκλογική διαδικασία. Οπως και τώρα, αλλά για άλλους λόγους.

Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.