GR US

«Ουκ εν τω πολλώ το ευ»

Εθνικός Κήρυξ Archive

Η ομάδα της Super League Athletic Academy στην Ακρόπολη την Μεγάλη Τετάρτη 12 Απριλίου 2017. Φωτογραφία: SLAA.

Αλήθεια πόσες φορές μας έρχονται στο μυαλό τα... ρετρό, τα παλιά, τα πρώτα. Αυτά που ξεκινούν μία πορεία, τους πρωτοπόρους, αυτά που μπαίνουν σε αχαρτογράφητες περιοχές και μετά έρχονται άλλοι και ακολουθούν τα χνάρια τους. Αυτούς που ανοίγουν πρώτοι την πόρτα, αυτούς που κόβουν πρώτοι το νήμα.

Και μετά σου έρχονται στο μυαλό οι, χρονικά, τελευταίοι που έχουν πατήσει στα χνάρια των πρώτων. Και τότε βλέπεις τις διαφορές και φυσικά κάνεις τις αναπόφευκτες συγκρίσεις... Και αυτό ισχύει παντού και σε όλα. Είτε είναι ομάδες, είτε είναι... φαγητά, τρόφιμα, συνθήκες, νοοτροπίες. Σε όλα έχει εφαρμογή. Και συνήθως βγάζεις το ίδιο διπλό συμπέρασμα. Από την μια μεριά είναι η αγνότητα και ποιότητα και από την άλλη το ρητό «ουκ εν τω πολλώ το ευ», δηλαδή πως «το πολύ δεν είναι το καλό».

Και ένα παράδειγμα που είναι της... μόδας. Φοβερός ο ΛεΜπρόν, μοναδικός ο (αείμνηστος) Κόμπε, αλλά ο Τζόρνταν ήταν κάτι άλλο, αν και υπάρχουν κάποιοι που μιλούν για μπασκετμπολίστες που ήταν πριν τον Τζόρνταν. Οταν το μπάσκετ δεν είχε την τεχνολογία, δεν είχε τους χιλιάδες γυμναστές, δεν είχε διαφημίσεις, δεν είχε προβολή, δεν είχε συμφέροντα, δεν είχε εταιρίες. Οταν, δηλαδή, ήταν πιο αγνά και πολύ... λιγότερα. Μετά βγήκαν πολλοί και τώρα πάρα πολλοί και κάπου... χάλασε το πράμα. Και τι λέμε; Πως Τσάμπερλεϊν, Τζαμπάρ, Τζόρνταν δεν πρόκειται να ξαναβγεί... Δεν πρόκειται να ξαναδούμε τέτοιους παίκτες. Εκείνοι οι πρωτοπόροι έπαιζαν άλλο μπάσκετ, τράβηξαν τις γραμμές, ήταν οι πρωτοπόροι για να έρθουν οι επόμενες γενιές, αλλά πάντα έχουμε αυτούς στο μυαλό. Τότε υπήρχε η ποιότητα, και τώρα υπάρχει η ποσότητα. Και η διαφορά είναι ότι την ποιότητα πάντα τη θυμάσαι γιατί απλά η ποσότητα σου χαλάει την εικόνα και τη γεύση που σου έχει αφήσει η ποσότητα.

Θα μου πείτε γιατί τα γράφω όλα αυτά; Αφορμή ήταν μία δική μου μνήμη σε πρωτοπόρους, σε παιδιά που χάραξαν μία πολύ έντονη γραμμή. Μνήμη σε ποιότητα που κέρδισε όχι μόνο το χειροκρότημα και το σεβασμό αλλά και μία θέση στην Ιστορία, αφού ήταν και οι πρώτοι που το έκαναν, οι πρώτοι που πρωτοπάτησαν, οι πρώτοι που πήραν τα εύσημα από προπονητές μπάσκετ στην Αθήνα, οι πρώτοι που έκαναν την μεγάλη διαφορά. Για να είμαι ειλικρινής αυτές οι μνήμες δεν μου έχουν φύγει ποτέ από το μυαλό αλλά πριν λίγες μέρες είδα στο site της SLAA μία πολύ ιδιαίτερη φωτογραφία. Μία φωτογραφία που μου «ξύπνησε» όλα τα παραπάνω. Μία φωτογραφία που είναι πολύ ευαίσθητη, αφού πίσω έχει την Ακρόπολη και μπροστά τα πρώτα παιδιά που έφερε η Super League Athletic Academy στην Ελλάδα. Την Μεγάλη Τετάρτη 12 Απριλίου 2017, τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία και δείχνει μία παρέα ομογενών παιδιών που κατέβηκαν από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα για φιλικά παιχνίδια και προπονήσεις. Μία παρέα 8 Ελληνόπουλων, τα περισσότερα χωρίς να ξέρουν που είναι η Ελλάδα, χωρίς δεύτερη σκέψη και με το «οκ» των γονιών τους «κατέκτησαν» την Αθήνα. Και εγώ, που κάλυψα το τουρνουά, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι «κατέκτησαν» την Αθήνα. Με το ήθος τους, τον χαρακτήρα τους, την νοοτροπία τους, τις αρχές τους, την ηρεμία τους, το παιχνίδι τους συγκέντρωσαν πολλά συγχαρητήρια και μπράβο από προπονητές όπως της Πεντέλης και του Παναθηναϊκού. Μία παρέα 8 Ελληνόπουλων έκανε «άνω - κάτω» την μπασκετική Αθήνα και απέδειξαν, για μια ακόμα φορά, πως τα... ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια. Μπορεί να ήταν μόλις 8 με μόλις 4 γονείς και την Ασπασία, αδελφή του μέλους των «8» Γρηγόρη Παπαντωνίου, σύνολο 13 ομογενείς όμως ήταν αυτό που λέει «ποιότητα». Οπου πήγαν, όπου έπαιξαν, όπου προπονήθηκαν, όποιον παίκτη κι αν είδαν, άφησαν τις καλύτερες των εντυπώσεων και -με προσωπική εμπειρία- σας διαβεβαιώνω ότι ακόμα και σήμερα έχουν να λένε για εκείνη την παρεούλα. Και θέλω να τονίσω και για τους «πίσω από την βιτρίνα» και συγκεκριμένα για τους γονείς που συνόδευσαν και ήταν πραγματικά μέλη της παρέας. Σε αγώνες, σε προπονήσεις, σε βόλτες όλοι μαζί. Ησυχα, οικογενειακά και όχι φασαρίες και παρέες επί παρεών.

Και φυσικά θα αναφερθώ -για πολλοστή φορά, αλλά όχι άδικα- σε δύο παιδιά που χωρίς να επιδιώξουν μονοπώλησαν το ενδιαφέρον. Τόσο ο Γιώργος Γαρύφαλλος όσο και ο Λεωνίδας Χοχλάκης ήταν τα Ελληνόπουλα που με τις ιστορίες τους έδειξαν σε όλους ότι το «θέλω» είναι πάνω από όλα. Ο «GLove» ιδιαίτερα αγαπητός στα παιδιά και ο Λεωνίδας με τον τραυματισμό του -που δεν τον εκμεταλλεύτηκε αν και του στοίχισε τη συμμετοχή του στο τουρνουά- είναι δύο παιδιά με αδαμάντινους χαρακτήρες και -έχοντας κάθε επίγνωση αυτού που θα γράψω- είμαι πεπεισμένος πως οι δικές τους ιστορίες (και ιδιαίτερα του Λεωνίδα που έγραψε μία ακόμα χρυσή σελίδα το 2018 με τον ερχομό του Josh Denis) ήταν αυτοί που «τράβηξαν» πολλούς από τους ομογενείς που ήρθαν το 2018 αλλά και το 2019. Η συμπεριφορά των δύο αυτών παιδιών, η παρουσία τους και η αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων που είχαν τόσο από τους ίδιους όσο και από τους γονείς τους, είμαι σίγουρος, ότι ήταν το «Α» και το «Ω» στην απόφαση των... καινούργιων της SLAA που ήρθαν το 2018 και το 2019.

13 ομογενείς που τράβηξαν την δική τους γραμμή και γεφύρωσαν Αθήνα και Νέα Υόρκη για να πατήσει πάνω τους η «φουρνιά» του 2018 και 2019 και να γράψουν κάτι μοναδικό. Μόλις 13 αλλά αρκετοί για να μείνουν στη ιστορία και να δείξουν πως «ουκ εν τω πολλώ το ευ».