GR US

Πίσω από το γυαλί

Εθνικός Κήρυξ Archive

Στο παραθύρι της απομόνωσης

σε είδα να με χαιρετάς για τελευταία φορά.

Μαλλιά κακοχτενισμένα, μάγουλα κερένια, χείλη χλωμά.

Με κόπο περισσό με την αδύναμη πνοή σου, χνώτισες το τζάμι.

Με δάκτυλο τρεμουλιαστό μικρό κλαδάκι, λυγισμένο και ξερό

πάνω στον αχνό, μου έγραψες

«Σε αγαπώ».

Από φόβο μην αφουγκραστείς της καρδιάς μου τα αναφιλητά

με κόπο χαμογέλασα

με νόημα σου έγνεψα «κι εγώ σε αγαπώ»

Από τα μάτια σου, που δεν μου έμελλε ποτέ να ξαναδώ,

Ακράτητα του χωρισμού δάκρυα καυτά είδα να τρέχουν βιαστικά,

Λαχταρούσα να σε αγκαλιάσω, να σε σφίξω.

Την απελπισία μας με φιλιά να σβήσω, να σου μιλήσω.

Την παλάμη σου ακούμπησες πάνω στο άκαρδο γυαλί.

Πάνω του απόθεσα την δική μου. Ρίγησα.

Χίλια καρφιά τρυπήσαν ξαφνικά με δύναμη

το κουρασμένο μου κορμί. Αδεια, με κούφια την σκέψη

έμεινα αμίλητη, σιωπηλή.

Πέρασε η ώρα, μου έγνεψε η νοσοκόμα.

Το βλέμμα σου θολό από του θανάτου τη σκιά

καρφώθηκε στο κενό.

Φεύγοντας αποπειράθηκα να προσευχηθώ

για να μπορέσω, αν ποτέ μπορέσω, τον πόνο μου λησμονήσω.

Τούτο τον ανελέητο εφιάλτη από τον χρόνο μου να σβήσω.