GR US

Στην Εθνική Πινακοθήκη

Εθνικός Κήρυξ

Ανοιξε για μένα του ουρανού η πύλη.

Στην «Εκθεση με έργα για το 1821». Συμπορεύομαι σε δύο αιώνων πορεία.

Ζω την Εθνεγερσία. Τα θαύματα, τα τραύματα του Ελληνισμού,

τους πόθους, τα πάθη, τις πληγές, τις θυσίες τις νίκες.

Μπροστά στα πορτραίτα των ηρώων γονατίζω νοερά,

νοιώθω την φλόγα των ματιών τους το κορμί μου να περνά.

Μέσα στης τέχνης τον ναό.

Στο στρατόπεδο με τον Καραϊσκάκη η σπίθα καίει έτοιμη να ανάψει.

Μεστωμένα από της λευτεριάς την λαχτάρα των αγωνιστών μας τα κορμιά.

Ετοιμα, γυαλισμένα, καρυοφύλλια, σπαθιά, κουμπούρια.

Πάλλεται ο ενθουσιασμός πάνω στον καμβά.

Στης τέχνης τον ναό, του ζωγράφου οι πινελιές, ζωντανεύουν

του Εθνoυς την μεγαλοσύνη.

Στην Υποδοχή του Υψηλάντη, παίρνει σχήμα και μορφή η ιδέα.

Στου Λόρδου Μπάιρον τον ερχομό, καρδιοχτυπά η ελπίδα.

Νιάτα, τίτλοι, πλούτη, καλοπέραση, αξιώματα, μεγαλεία,

«για τις τιμές ενός νεογέννητου λαού». *Θυσία.

Στης Τέχνης τον ναό. Θρήνοι, πάθη, αποκαλυπτικά. Καταστροφή στα Ψαρά.

Αφανισμός, συμφορά, σπαραγμός, απελπισιά. Λιπόσαρκες, ξέψυχες γυναίκες,

Παιδιά που ψυχορραγούν στης μάνας τους την αγκαλιά. Ατίμητα τιμήματα.

Θάνατος Αθάνατος, για την Παρτίδα, για την Ελλάδα, για την Λευτεριά.

Στης Τέχνης τον ναό. Αφέγγαρη νυχτιά. Κρότοι, καπνός πυκνός. Ο Κανάρης πυρπολεί του εχθρού την ναυαρχίδα. Της φωτιάς η λάμψη θαμπώνει την ματιά.

Αέρα νίκης γεμίζουν τα πνευμόνια. Ο νους, από περηφάνια ξεχειλά.

Με τον χρωστήρα του καλλιτέχνη, αγέρωχη, «Η Ελλάδα ευγνωμονούσα»

τις αλυσίδες της πατά, τα παιδιά της αγκαλιάζει, τους λυτρωτές τιμά.

* Από ποίημα του Λόρδου Βύρωνα Μπάιρον για την Ελλάδα