x
 

Πολιτισμός

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη «Νίκη»

27 Απριλίου 2024

«Μεγάλωσα με ανθρώπους που είχαν ζήσει στο πετσί τους την Ελληνική Ιστορία του 20ού αιώνα. Και που τους άρεσε πάρα πολύ να μου διηγούνται ιστορίες. Οι άνθρωποι εκείνοι έφυγαν, ένας-ένας, όλοι από τη ζωή. Δυστυχώς ακόμα και η μάνα μου, η Νίκη σχετικά πρόωρα, το 2008. Οταν γεννήθηκε η κόρη μου, σκεφτόμουν ότι η μικρή Νίκη έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει την ιστορία της μεγάλης Νίκης, της γιαγιάς της…

Και λέω στον εαυτό μου «γιατί δεν τα γράφεις;» Στην αρχή, σκόπευα να τα γράψω προς την Νίκη μου, υπό μορφήν μιας πολύ εκτεταμένης επιστολής. Μετά συνειδητοποίησα πως θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υλικό για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Το κεντρικό πρόσωπο είναι βεβαίως η μάνα μου. Η οποία, ως κόρη του γραμματέα της Κ.Ε. του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο, βρέθηκε εξ απαλών ονύχων, από τις φασκιές στην κυριολεξία, μέσα στην τρομερή δίνη της εποχής.

Ενα σου λέω μόνο: Οταν η Νίκη ήταν εννιά ετών, μπήκε με τους γονείς της στη «βαθιά παρανομία». Κλείστηκαν δηλαδή σε ένα σπίτι στη Νέα Σμύρνη, με ψεύτικα ονόματα, και καλά-καλά δεν ξεμύτιζαν επί οκτώ ολόκληρα χρόνια! Διότι απλούστατα, εάν τους συνελάμβαναν, θα τους εκτελούσαν με συνοπτικές διαδικασίες. Το Κόμμα δε, είχε διαγράψει και αποκηρύξει τον παππού μου ως αντίθετο στη ζαχαριαδική γραμμή. Η μάνα μου δεν πήγε στο σχολείο. Της έκανε μάθημα ο παππούς μου, όλα τα μαθήματα Δημοτικού και Γυμνασίου, αντικαθιστώντας βέβαια από την ύλη των Νέων Ελληνικών τα ποιήματα του Δροσίνη και του Σκίπη με Παλαμά και με Βάρναλη. Η παρανομία έληξε το 1955. Η μάνα μου βγήκε, έπιασε αμέσως δουλειά για να βγάλει το ψωμί της και ερωτεύθηκε τον πατέρα μου, ο οποίος προσωποποιούσε ό,τι είχε εκείνη στερηθεί: Τη χαρά της ζωής. Ηταν ένας ανορθόδοξος άνθρωπος με αμείωτο κέφι και με εξαιρετικά καυστικό χιούμορ. Κι ας ήταν γιός εκτελεσθέντος αριστερού… Το μυθιστόρημα θα είναι, ελπίζω, έτοιμο κατά τα Χριστούγεννα. Θα μπορούσε να έχει τίτλο «Η Αννα Φρανκ Ερωτεύτηκε». Μα φυσικά θα επιγράφεται «Νίκη».

Αποσπάσματα από τη «Νίκη»

«…Την επομένη με ξύπνησαν αξημέρωτα. «Θα πάμε στον μπαμπά σου!» μού ανακοίνωσε η γιαγιά, δίχως περαιτέρω εξηγήσεις. Ηξερα ότι ο πατέρας μου πολεμούσε για το κοινό καλό, δεν μου ‘χαν πει ωστόσο -ή δεν το είχα συνειδητοποιήσει- ότι βρισκόταν έγκλειστος και μάλιστα στην Κέρκυρα. Το περισσότερο που είχε καταφέρει να μάς εξασφαλίσει ο Μπογδάνος ως υπουργός ήταν μια ωριαία επίσκεψη. Το κάτεργο απείχε δέκα λεπτά περπάτημα από το ξενοδοχείο όπου μέναμε. Κατά τη διαδρομή, η γιαγιά μου με ενημέρωσε επί τροχάδην (μάλλον για να μην έχω το περιθώριο να της κάνω ερωτήσεις) κι όσο πιο απλά γινόταν σχετικά με το ρήγμα που έκοβε στα δύο την οικογένεια μας. «Ολοι αγαπιόμαστε όμως! Ολοι αγαπιόμαστε παρά πολύ!» μου τόνισε. Κι έπειτα μου είπε να μην αναφέρω στον μπαμπά μου τον γάμο της Λουκίας «διότι θα στεναχωριόταν που δεν είχε μπορέσει να ‘ρθει…».

Θυμάμαι μάνταλα να ανοίγουν και μάνταλα να κλείνουν. Θυμάμαι έναν μισοσκότεινο στριφογυριστό διάδρομο, ο οποίος οδηγούσε σε ένα υγρό δωμάτιο που φωτιζόταν από μια γυμνή λάμπα στο ταβάνι. Γύρω της πετάριζαν μυγάκια. Υπήρχε ένα ξύλινο τραπέζι και μια μονάχα ξεχαρβαλωμένη καρέκλα. Εκεί καθόταν ο πατέρας μου. Μόλις τον είδα, έβαλα τα κλάματα. Η ριγέ φορεσιά της φυλακής έπλεε επάνω του. Τον είχαν αφήσει άπλυτο κι αξύριστο για μια βδομάδα, επίτηδες για να τον δω και να τρομάξω. «Σους μπρε κόρη μου, ο μπαμπάς σου είναι!» είπε η Σουλτάνα και του πάσαρε στη ζούλα ένα αυτοκινητάκι να μου το δώσει, δήθεν ότι μου είχε αγοράσει δώρο. Δεν ηρεμούσα ωστόσο. Αρνιόμουν να δεχθώ ότι ο κακός εκείνος λύκος ήταν ο μπαμπάς μου. Οταν με τράβηξε στην αγκαλιά του, σπαρτάρησα για να ξεφύγω. Μόλις όμως με κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε -κι έσκασε το χαμόγελο του καλοσυνάτου δελφινιού που φώτιζε το πρόσωπό του κι όλο το χώρο γύρω του- τα μάγια ακαριαία λύθηκαν. «Τούτος είναι ο μπαμπάς μου!» παραδέχθηκα και του χάιδεψα τα μαλλιά και κόλλησα το μάγουλο στο μάγουλό του κι ας με γρατζούναγαν τα γένια του…

Την περισσότερη ώρα την αφιέρωσε σε μένα. Μού σφύριξε δύο τραγούδια -σφύριζε εξαιρετικά- κι έπειτα, μπλέκοντας τα δάχτυλά του, έριξε στον τοίχο τη σκιά ενός κουνελιού, μιας γάτας κι ενός κόκορα… Τον παρακολουθούσα μαγνητισμένη. Κάποια στιγμή μπήκε στο δωμάτιο ένας δεσμοφύλακας, σημάδι πως το επισκεπτήριο τελείωνε. Εγώ δεν ήθελα πλέον με τίποτα να αποχωριστώ τον μπαμπά μου – είχα τυλίξει τα χέρια γύρω από το λαιμό του και απαιτούσα να με πάρει μαζί του όπου και να πήγαινε. Του κάκου πάσχιζε η γιαγιά μου να με τραβήξει. Τότε εκείνος είχε μια έμπνευση: Εβγαλε απ’ την τσέπη του και μου ‘δωσε ένα κουκούτσι ελιάς. «Αμα βρεθείτε στην Αθήνα, θα το φυτέψεις στην αυλή…» μου παρήγγειλε. «Θα φυτρώσει -θα δεις- θα πεταχτεί πρώτα ένα βλασταράκι κι έπειτα φύλλα και κλαριά. Μόλις δώσει το πρώτο του λουλούδι, που θα δέσει και θα γίνει καρπός, τότε θα επιστρέψω κι εγώ. Και θα μείνω μαζί σου για πάντα… Μη τυχόν και το ξεχάσεις, ε Νίκη μου;» «Δεν θα το ξεχάσω!» του υποσχέθηκα. «Βιάσου λοιπόν! Βιάσου!» μου έδειξε προς την έξοδο της φυλακής.

Καθ’ οδόν για το ξενοδοχείο, είχα πέσει σε βαθιά συλλογή. Δεν ήμουν ακριβώς θλιμμένη. Επρόκειτο για ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο και αξεμπέρδευτο στα τεσσεράμισι χρόνια μου. Ενοιωθα, ήξερα, πως ανήκα σε δύο αντίθετους κόσμους, οι οποίοι εάν στην επιφάνεια συνυπήρχαν, στο βάθος πάλευαν μέχρις αλληλοεξόντωσης. Το ψυχανεμιζόμουν -μα την Παναγία- ότι ο ένας κόσμος μου τρεφόταν απ’ το αίμα του αλλουνού. Κανείς δεν μου ‘χε βέβαια ζητήσει να διαλέξω ακόμα τον έναν απ’ τους δύο. Δεν είχα όμως αμφιβολία ότι κι αυτό κάποτε θα συνέβαινε…».

(Νίκη, κεφ. ΧΧΙ, σελ. 256)

«Ετσι έχει η κατάσταση, Νίκη μου…» ανακεφαλαίωσε. «Στο βουνό δεν μπορούμε να ανέβουμε – το Κόμμα έχει διαγράψει τον μπαμπά σου. Στο εξωτερικό δεν μπορούμε να φύγουμε. Εάν μας συλλάβουν, θα μας εκτελέσουν – λάθος! μονάχα εμένα θα εκτελέσουν. Τη μαμά σου θα τη φυλακίσουν ίσως και ισόβια και εσύ θα μεγαλώσεις στο ορφανοτροφείο. Το μόνο που μας απομένει λοιπόν είναι να μπούμε στη βαθιά παρανομία. Να κρυφτούμε σε ένα σπίτι στην Αθήνα, ώσπου να περάσει η μπόρα…». «Για πόσο καιρό;». «Για κάνα χρόνο; Ενάμιση; Δεν μπορώ να ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα… Δεν είσαι βέβαια υποχρεωμένη να έρθεις μαζί μας. Μπορείς να μείνεις με τη γιαγιά σου και τη θεία Μαρκέλλα». «Δε με θέλετε;». «Εμείς δε σε θέλουμε; Το κοριτσάκι μας να μη θέλουμε; Πώς θα ’ταν δυνατόν; Πρέπει όμως εσύ να το αποφασίσεις. Να ξέρεις ότι, άμα μας ακολουθήσεις, θα αφήσεις προσωρινά το σχολείο. Οτι θα ζούμε κλεισμένοι μέσα στο σπίτι, θα αποφεύγουμε τα πολλά πάρε δώσε με τους γείτονες, δε θα βρισκόμαστε ποτέ με τους συγγενείς μας. θα ‘χουμε ψεύτικα ονόματα – τις δικές μας αλήθειες θα τις λέμε ψιθυριστά, με αμπαρωμένες πόρτες και παράθυρα. Δε θα ’ναι εύκολο, ιδίως για σένα. Σκέψου το πολύ καλά…». «Γιατί δεν παίρνουμε και τη γιαγιά στην παρανομία;» «η γιαγιά σου έχει κι άλλα παιδιά εκτός από εμένα και περιμένει κι άλλο εγγόνι. Η θεία σου η Φανή, όπως ξέρεις, είναι έγκυος». (Την είχε γκαστρώσει ο Μπογδάνος στα εξήντα του, στο επισκεπτήριο -μετά διανυκτερεύσεως- των φυλακών Ζελιώτη) «ο θείος σου ο Πέτρος είναι στη Μακρόνησο. Εκεί τους κρατούμενους τους σταυρώνουν ή τους κλείνουν σε ένα τσουβάλι μαζί με μια γάτα και τους πετάνε στη θάλασσα. Πρέπει πρώτα να πνίξεις με τα χέρια σου τη γάτα κι ύστερα να κρατήσεις την ανάσα σου, αν θες να βγεις ζωντανός. Στα λέω, για να δεις πως υπάρχουν και χειρότερα…».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΘΗΝΑ. Την Αυτής Αυτοκρατορική Υψηλότητα Πριγκίπισσα Κάκο του Ακισίνο, της Ιαπωνίας, ως επίσημη προσκεκλημένη της Ελληνικής Κυβέρνηση, υποδέχθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη, για την τελετή της 125ης επετείου των διπλωματικών σχέσεων Ιαπωνίας-Ελλάδας και του Έτους Πολιτισμού και Τουρισμού, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, η Υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη και η Υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

Εκκλησία

ΒΟΣΤΩΝΗ. Εκλέχτηκε την Παρασκευή 17 Μαΐου 2024 από τη Σύνοδο του Φαναρίου, ο Επίσκοπος Σασίμων Κωνσταντίνος (Μώραλης) Μητροπολίτης Ντένβερ, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο και όπως είχε εξαγγείλει ο «Ε.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Είδε συγχωριανούς του, που τους κρέμασαν στους φανοστάτες της πλατείας της Καλαμάτας.

Πολιτισμός

ΑΘΗΝΑ. Σε μία λαμπρή τελετή με άρωμα Ελλάδας και Γαλλίας παραδόθηκε η Ολυμπιακή Φλόγα το απόγευμα της Παρασκευής στην οικοδέσποινα των φετινών Ολυμπιακών Αγώνων.

ΒΙΝΤΕΟ