GR US

Η επιρροή της Κυπριακής Εκκλησίας

Αssociated Press

Μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση των σχέσεων της κυπριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας με το κοσμικό κράτος επιχείρησε η αμερικανική εφημερίδα «Wall Street Journal», σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε την περασμένη Παρασκευή. Υπό τον τίτλο «Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου προσπαθεί να ανακτήσει τη χαμένη επιρροή» (Cyprus Bishop Tries to Regain Lost Clout), η συντάκτρια του άρθρου, Matina Stevis, επιχειρεί μια σύγκριση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τον νυν Αρχιεπίσκοπο, Χρυσόστομο. «...Αν ο Μακάριος ήταν πολιτικό πρόσωπο, ο Χρυσόστομος που ανέλαβε το 2006 ενεργεί περισσότερο ως επιχειρηματίας», τονίζει η αρθρογράφος, η οποία δεν παραλείπει να σημειώσει ότι «οι ηγέτες της Εκκλησίας της Κύπρου παραδοσιακά έχουν μεγάλη επιρροή στην Κύπρο, κάτι ασυνήθιστο στην κοσμική Ευρώπη». Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η κυπριακή Ορθόδοξη Εκκλησία ασκούσε μέχρι και το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου μεγάλη επιρροή όχι μόνο στα πολιτικά αλλά και στα οικονομικά ζητήματα. Αυτή η επιρροή ήταν, εν πολλοίς, δικαιολογημένη, ενόσω η Κύπρος παρέμενε υπό αγγλική κατοχή. Ο Αρχιεπίσκοπος εκτός από τα θρησκευτικά του καθήκοντα είχε και το ρόλο του εθνάρχη. Με την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, γνωστός για τις πολιτικές του φιλοδοξίες, διατήρησε αυτή την επιρροή, εκλεγόμενος στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, μια θέση στην οποία διατηρήθηκε μέχρι το θάνατό του, το 1977. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι, που ενοχλούνταν από την ανάμειξη της Εκκλησίας στα πολιτικά πράγματα, έφθασαν μέχρι του σημείου να τον χαρακτηρίσουν «παποκαίσαρα». Παποκαισαρισμός είναι η προσπάθεια της Εκκλησίας να ασκεί και πολιτική εξουσία ή να υποκαθιστά την πολιτική εξουσία, και η Πολιτεία να υποτάσσεται στην Εκκλησία. Ενώ το αντίθετο είναι το φαινόμενο του καισαροπαπισμού. Με τον όρο Καισαροπαπισμός που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τον 14ο, 15ο και 16ο αιώνα εννοούμε τον συνδυασμό της πολιτειακής κοσμικής διακυβέρνησης μετά της θρησκευτικής πνευματικής εξουσίας της χριστιανικής Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα με τον όρο αυτό αντιτάχθηκε εκ μέρους της Παπικής Εκκλησίας η αυτοτέλεια της κοσμικής πολιτείας. Στην αντίθετη μορφή του το σύστημα ορίζεται ως παποκαισαρισμός, Θεοκρατικο-πολιτειακό σύστημα, ή θεοκρατία όπου εδώ οι εκκλησιαστικοί οργανισμοί διατηρούν τον έλεγχο του κράτους, (π.χ. σήμερα Βατικανό, Ιράν). Με το θάνατο του Μακαρίου, η επιρροή της Κυπριακής Εκκλησίας στα πολιτικά πράγματα του τόπου έπαψε να υφίσταται. Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α’, παρόλο που ήταν ένας δεινός ρήτορας, δεν κατάφερε να διατηρήσει έστω και στην ελάχιστη επιρροή που είχε ο προκάτοχός του. Είχε έντονες απόψεις για εθνικά ζητήματα και για την πολιτική, αλλά, δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί το ρόλο των κομμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο, τον Χρυσόστομο Β’, ο οποίος, ωστόσο, φαίνεται να περιορίζει τις φιλοδοξίες του στη διαφύλαξη της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας. Αυτά που αναφέρονται στο άρθρο της «Wall Street Journal», ότι, δηλαδή, «οι ηγέτες της Εκκλησίας της Κύπρου παραδοσιακά έχουν μεγάλη επιρροή στην Κύπρο», κατά την άποψή μας, δεν ισχύει στη μετα-Μακάριο εποχή. Η Εκκλησία ως οργανισμός με τεράστια οικονομική επιφάνεια, έχει την επιρροή που έχει ένας ιδιώτης, με παρόμοια οικονομική επιφάνεια. Απ’ εκεί και πέρα τον πρώτο ρόλο έχουν τα κόμματα.