GR US

Πες μου μια ιστορία: Από «τον άρτον ημών τον επιούσιον» στη φρατζόλα σούπερ μάρκετ

Εθνικός Κήρυξ Archive

Της Δήμητρας Ποντοπόρου.

Για τους νεότερους είναι ιστορία. Αφηγήσεις από το στόμα των γιαγιάδων και των παππούδων που μοιάζουν παραμύθι. Για αυτούς όμως ο θέρος ήταν η ζωή τους, η επιβίωσή τους. Ιούνιο θέριζαν τους καρπούς του μόχθου μιας χρονιάς, λογάριαζαν πόσο ψωμάκι θα είχαν για να τραφούν την επόμενη. Τόσο σημαντική αυτή η εργασία, που ολόκληρο το καλοκαίρι λέγεται το θέρος. Δεν είναι τυχαίο που στη νεοελληνική έχει μείνει για τα αποτελέσματα επίπονων έργων η έκφραση: «θερίζω τους καρπούς των προσπαθειών μου». Κι αυτή όμως για μας πια δεν είναι κάτι παραπάνω από μία λογοτεχνική μεταφορά.

Λείπουν οι εμπειρίες

Εννοώ πως μας λείπουν οι εμπειρίες. Δεν έχουμε πιάσει στα χέρια μας σπόρο σταριού με την προσδοκία να μας θρέψει. Δεν έχουμε κοπιάσει οργώνοντας τη γη για να τον σπείρουμε. Δεν έχουμε προσευχηθεί ανήσυχοι, για να βλαστήσει ο σπόρος, να τον ποτίσει ο Θεός με τη βροχή. Δεν καμαρώσαμε τα μεστωμένα στάρια των κόπων μας και το χωράφι που τα θέριεψε. Δεν αγκαλιάσαμε τα στάχυα με το δρεπάνι σα νάναι το ψωμί που θα φάμε. Δε ζήσαμε μαζί με τους γειτόνους και τους συγγενείς τη συλλογικότητα του θέρου και του αλωνίσματος. Δεν έχουμε αναμετρήσει στο μύλο τα τσουβάλια αλεύρι της χρονιάς μας. Δεν έχουμε κάψει λιόκλαρα στο φούρνο, χάραμα, να ρίξουμε τα καρβέλια του μεσημεριανού γεύματος.

Με δυο δολάρια ή δυο ευρώ τόχουμε το ψωμί μας. Μαζί με τους προγόνους μας που φεύγουν χάνεται η γνώση του πώς ο σπόρος γίνεται το ψωμί στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Γι’ αυτό μαζί τους χάνεται και ο σεβασμός στον ανθρώπινο μόχθο που καταβάλλεται για να καρπίσει η γη, η ταπεινότητα απέναντι στο χωράφι, στη γη που μας θρέφει και η βαθιά κατανόηση της σημασίας της φράσης «τον άρτον ημών τον επιούσιον» στην προσευχή μας.

Τα παραμύθια που μού ‘λεγε η γιαγιά μου ήταν για την «αλπού» (=αλεπού) που της έτρωγε τις κότες. Οι αγροτικές εργασίες της δεν ήταν για παραμύθι. Ετσι δεν έχω στα χέρια μου μια δική της διήγηση. Εχω όμως την παρακάτω της μητέρας μου που έζησε σαν παιδί αυτές τις εμπειρίες και αναθυμάται εικόνες και παιδικά συναισθήματα.

Θέρος στο χωριό

«Αποβραδύς ετοιμαζόταν το φαΐ, γινόταν επιθεώρηση των δρεπανιών και αχάραγα ξεκίναγαν οι γυναίκες με τα μακροφούστανα με μακριά μανίκια και μαντήλα στο κεφάλι για να προφυλάγονται από τον καυτό ήλιο και τα άγανα των σταριών. Στο χωράφι τα επιδέξια χέρια πιάνουν την αρμαθιά των σταριών και χρατς με το δρεπάνι τα ξαπλώνουν κάτω και σχηματίζουν δεμάτια. Αυτά τα δεμάτια μεταφέρονται στο αλώνι. Εκεί στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο και σχηματίζουν θυμωνιές. Τότε αρχίζει άλλος αγώνας. Πρέπει να βρεθούν άλογα και αυτά τα έχουν οι τσοπάνηδες: Βοϊδήλας, Καραγιαννάκος. Με το Βοϊδήλα είμαστε κουμπάροι, έχει βαφτίσει τον ξάδελφο Καλλίρη. Εχουμε μέσον λοιπόν. Θα μας βάλει σε καλή σειρά να μη μείνουν πολύ στ' αλώνι τα δεμάτια, γιατί οι γύρω κότες κάνουν τη σχετική ζημιά τους και οι κόκκοι του σταριού είναι πολύτιμοι.

Πάνω στο ντουγένι

Κι έρχεται η μέρα που ο Βοϊδήλας φέρνει τ' άλογά του στ' αλώνι μας. Ζεύει τ' άλογα το ένα δίπλα στ' άλλο, 2-3-4 και πίσω με σκοινί δένει ένα πλατύ ξύλο, το ντουγένι. Εκεί πάνω ανεβαίνει και με τη βίτσα χτυπάει τ' άλογα που γυρίζουν γύρω γύρω πατώντας πάνω στα σκορπισμένα τώρα πια δεμάτια, ώστε να χωρίσουν οι κόκκοι από το αγάνι, το άχυρο. Στο αλώνι όμως είναι μαζεμένα και ένα τσούρμο παιδιά συγγενικά. Τι να θέλουν άραγε; Ξέρουν αυτά! Υπάρχει καλύτερη διασκέδαση από το ν' ανέβουν πίσω στο ντουγένι μαζί με τον τσοπάνη και να γυρίζουν γρήγορα γύρω γύρω καθώς τρέχουν τ' άλογα; Σκοτωμός ποιο θ' ανέβει πρώτο.

Το λίχνισμα

Τελείωνε κάποτε το αλώνισμα, αλλά όχι και τα βάσανα του σταριού και των νοικοκυραίων. Σειρά είχε το λίχνισμα. Τώρα κείτονταν χάμω σιτάρι και άχυρα ανακατεμένα, έπρεπε να ξεχωρίσουν. Αλλη διαδικασία ετούτη. Επρεπε να περιμένουν μια βραδιά με ελαφρό αεράκι. Επιστρατευόταν πάλι η γειτονιά. Πηγαίναμε όλοι στο αλώνι, μικροί και μεγάλοι. Σε μια άκρη στρώναμε κουβέρτες και ξαπλώναμε τα παιδιά. Οι μεγάλοι είχαν κάτι τσουγκράνες (σα μεγάλες πηρούνες). Τις έχωναν κάτω στα πατημένα δεμάτια και τις σήκωναν ψηλά. Το αεράκι έπαιρνε τα άχυρα, ενώ το σιτάρι σαν πιο βαρύ έπεφτε κάτω και σιγά σιγά σχημάτιζε ένα σωρό. Σε λίγο έπαιρναν κάτι μακριά ξύλινα φτυάρια και ξεκαθάριζαν τελείως το σιτάρι με δεύτερο λίχνισμα.

Οι βραδιές στα αλώνια

Ολη αυτή η διαδικασία ίσως φαίνεται βαρετή νυχτιάτικα. Για τα παιδιά όμως ήταν πανηγύρι. Οι μεγάλοι τραγουδούσαν, έλεγαν αστεία και όταν κάποιες ώρες σταμάταγε το αεράκι έστηναν το χορό. Κάποιοι ξάπλωναν στις κουβέρτες μέχρι να ακουστεί η χαρούμενη φωνή «Φυσάει, φυσάει». Και ορμούσαν όλοι στις τσουγκράνες τους. Τι αξέχαστες βραδιές! Χωμένη κάτω από την κουβέρτα στη ρίζα μιας γκορτσιάς, τ' αστέρια από πάνω χιλιάδες ασημένια πετράδια και κάπου κάπου κάποιο να ξεκολλάει αφήνοντας πίσω του μια ολόφωτη γραμμή και να χάνεται μακριά στον ορίζοντα. Και όποιος προφτάσει και κάνει ευχή ο τυχερός θα εισακουσθεί. Ο Πάνος, ο Ντίνος, η Αγγελική, ο Γιώργος Κοντογιάννης όλο αστεία και πειράγματα και η Καλλιόπη να φωνάζει: «Βρε παρλιακά κοιμηθείτε μην έρθω κατά κει με την τσουγκράνα!».