GR US

Οι επαναστάτες του ’21 που αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα

Ευρωκίνηση

Φωτογραφία αρχείου: EUROKINISSI/TATIANA ΜΠΟΛΑΡΗ.

Οι επαναστάτες που μέσα σε μία νύχτα έγιναν ηγέτες της Επανάστασης του ’21 και θυσίασαν τη ζωή τους και τις περιουσίες τους για την ελευθερία της πατρίδας δεν λησμονήθηκαν αλλά κατά ένα τρόπο αδιανόητο μετά τους αγώνες και την προσφορά τους, αγνοήθηκαν ή δολοφονήθηκαν. Για να θυμηθούμε τα σοφά λόγια του Καζαντζάκη «Θεός δεν είναι; Ο,τι του καπνίσει κάνει. Αν δεν μπορούσε να κάμει αδικίες, τι παντοδύναμος θα ’ταν;»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Καταδικάστηκε μια φορά σε φυλάκιση το 1825 από τον Μαυροκορδάτο και την παρέα του και μια σε θάνατο (1833) από την αντιβασιλεία του Οθωνα που τελικά μετατράπηκε σε ισόβια, για στάση εναντίον του βασιλέως και κλείστηκε στη γνωστή ποντικότρυπα-φυλακή του Ναυπλίου. Αποφυλακίστηκε με εντολή του Οθωνα λίγους μήνες αργότερα και τελικά πέθανε στις 4 Φλεβάρη 1843.

Τα λόγια του «Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε κι’ όλοι μαζί και να μη λέγη ούτε ο δυνατός ‘εγώ’, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς ‘εγώ’; Οταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάνουν, τότε να λένε ‘εμείς’. Είμαστε εις το ‘εμείς’ κι’ όχι εις το ‘εγώ’. Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί….». Ο Κολοκοτρώνης στον Ιμπραήμ: «Οχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μήτε πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Μόνο ένας Ελληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από το νου σου». «Είδα τότε ότι, ό,τι κάμομε, θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους»

«Οταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε ‘πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;’, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση». Πνύκα στις 7 Οκτωβρίου 1838.

Γεώργιος Καραϊσκάκης

Στις 2 Απρίλη 1824 οδηγήθηκε σε δίκη από τον «πατριώτη» Μαυροκορδάτο, καταδικάσθηκε σε θάνατο που μετατράπηκε από τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πλήρη στρατιωτική καθαίρεση και λίγους μήνες αργότερα επανήλθε στα αξιώματά του. Δολοφονήθηκε ανήμερα της γιορτής του 23 Απρίλη 1827 στη Μάχη του Φαλήρου, μάλλον από τσιράκια του Μαυροκορδάτου, καθώς επέστρεφε στο ελληνικό στρατόπεδο μετά το τέλος της μάχης.

Τα λόγια του

«Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα» «Ελα, σκατότουρκε... έλα απεσταλμένε από τους γύφτους, έλα ν’ ακούσεις τα κέρατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες... Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε ‘από ημάς’ συνθήκην με ‘έναν’ κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην, να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ». «(Ο οπλαρχηγός στη δίκη, που έγινε στο ναό της Παναγίας του Αιτωλικού, την 1η Απριλίου του 1824). Καραϊσκάκης: - Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω, πλην ποτέ έργο δεν έκαμα. Γαλάνης Μεγαπάνου: - Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διάτνα τα λέγης έτζι; (πρόστυχα). Καραϊσκάκης: - Το έχω χούι, κυρ Πάνο. Γαλάνης Μεγαπάνου: - Μα, γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών; Καραϊσκάκης: - Αμ, δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις.»

Οδυσσέας Ανδρούτσος

Το Λιοντάρι της Ρούμελης που κατάφερε με 120 άνδρες να καθηλώσει τη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη στο Χάνι της Γραβιάς, μπήκε στο στόχαστρο της κυβέρνησης στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Μετά από πολλές αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας, κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και συνελήφθη από το πρωτοπαλίκαρo του Μαυροκορδάτου, Γιάννη Γκούρα. Φυλακίστηκε στην Ακρόπολη και πριν δικαστεί, δολοφονήθηκε....

Τα λόγια του Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά. Τα καρτέρια των δρόμων, οι λόγκοι και τ’ άγρια θηρία είναι οι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγεν ο Τούρκος από τα χέρια μου, αν εζύγωνε καμμιά πενηνταριά οργυιαίς. Εγώ εσυναναστρεφόμουν με αυτούς τους τυράννους και ήμουν καλά πληρωμένος, διά να σέβωμαι τους ομογενείς των, αλλά κινούμενος από τον διάβολόν μου, Τούρκους εσκότωνα. Οι κρημνοί, τα ποτάμια, οι πάγοι, τα χιόνια και τα δάση ήσαν τ’ αγαπητά μου κατοικητήρια, το τουρκικό αίμα το προσφάγι μου. Εσηκώθη η Επανάστασις και ευθύς συρόμενος από τον διάβολόν μου, ελάτρευσα τους αρχηγούς της, τη φωνή της άκουσα στα φυλλοκάρδια μου, εσεβάστηκα την απόφασίν της και έτρεξα με όλους τους αρματολούς της Ελλάδος να σκοτώσω Τούρκους. Μολονότι εκέρδιζα εν καιρώ Τουρκίας, ο διάβολός μου μού αφήρεσεν αυτήν την κλίσιν, αφού εσηκώσαμεν τ’ άρματα. Και τι τα πολυλογώ; Τόσον με εφώτισεν ο διά-βο¬λός μου, ώστε να γε¬μί¬σω ψεί¬ραις, να λι¬μά¬ξω ψωμί, να κεί¬το¬μαι εις τα νερά, εις τα χιό-νια και εις τη λά¬σπην, να δο¬κι¬μά¬ζω κάθε στρα¬τιω¬τι¬κήν αχα¬ρι¬στί¬αν, να πίνω φαρ¬μά¬κια από εχθρούς και φί¬λους, να κυ¬νη¬γώ¬μαι ως κα¬τά¬δι¬κος από αυ¬τούς τους συγ¬γε¬νείς και φί¬λους της δι¬καιο¬σύ¬νης, να επι¬θυ¬μώ συ¬νε¬λεύ¬σεις εθνι¬κάς, να αγαπώ δι¬καί¬ους διοι¬κη-τάς, να είμαι λά¬τρης των ενα¬ρέ¬των και φίλος των σοφών, να διψώ την αυ¬το¬νο¬μί¬αν και ανε¬ξαρ¬τη¬σί¬αν της Ελ¬λά¬δος, επι¬θυ¬μώ¬ντας μόνον και μόνον Ελ¬λη¬νες να διοι¬κούν και να βα¬σι¬λεύ¬ουν εις τους Ελ¬λη¬νας. Εκ τού¬των όλον, δά¬σκα¬λε, ημπο¬ρείς να συ¬μπε¬ρά¬νεις ποιος διά¬βο¬λος ευ¬ρί¬σκε¬ται μέσα μου.»

«Τον περισσότερον καιρόν της ζωής μου, που τον επέρασα; Τον επέρασα σκοτώνοντας Τούρκους, κυνηγώντας τυράννους. Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά. Τα καρτέρια των δρόμων, οι λόγκοι και τ’ άγρια θηρία είναι οι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγεν ο Τούρκος από τα χέρια μου, αν εζύγωνε καμμιά πενηνταριά οργυιαίς. Εγώ εσυναναστρεφόμουν με αυτούς τους τυράννους και ήμουν καλά πληρωμένος, διά να σέβωμαι τους ομογενείς των, αλλά κινούμενος από τον διάβολόν μου, Τούρκους εσκότωνα. Οι κρημνοί, τα ποτάμια, οι πάγοι, τα χιόνια και τα δάση ήσαν τ’ αγαπητά μου κατοικητήρια, το τουρκικό αίμα το προσφάγι μου. Εσηκώθη η Επανάστασις και ευθύς συρόμενος από τον διάβολόν μου, ελάτρευσα τους αρχηγούς της, τη φωνή της άκουσα στα φυλλοκάρδια μου, εσεβάστηκα την απόφασίν της και έτρεξα με όλους τους αρματολούς της Ελλάδος να σκοτώσω Τούρκους. Μολονότι εκέρδιζα εν καιρώ Τουρκίας, ο διάβολός μου μού αφήρεσεν αυτήν την κλίσιν, αφού εσηκώσαμεν τ’ άρματα. Και τι τα πολυλογώ; Τόσον με εφώτισεν ο διάβολός μου, ώστε να γεμίσω ψείραις, να λιμάξω ψωμί, να κείτομαι εις τα νερά, εις τα χιόνια και εις τη λάσπην, να δοκιμάζω κάθε στρατιωτικήν αχαριστίαν, να πίνω φαρμάκια από εχθρούς και φίλους, να κυνηγώμαι ως κατάδι¬κος από αυτούς τους συγγενείς και φίλους της δικαιοσύνης, να επιθυμώ συνελεύσεις εθνικάς, να αγαπώ δικαίους διοικητάς, να είμαι λάτρης των εναρέτων και φίλος των σοφών, να διψώ την αυτονομίαν και ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, επιθυμώντας μόνον και μόνον Ελληνες να διοικούν και να βασιλεύουν εις τους Ελληνας. Εκ τούτων όλον, δάσκαλε, ημπορείς να συμπεράνεις ποιος διάβολος ευρίσκεται μέσα μου.»

Αθανάσιος Διάκος

Συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Ομέρ Βρυώνη στη Μάχη της Αλαμάνας στις 24 Απρίλη 1821 και μετά την άρνησή του να προσκυνήσει τους Πασάδες κάηκε ζωντανός αφού πρώτα οι Τουρκαλβανοί τον σούβλισαν επί 4 ώρες. Αφού υπέστη το μαρτύριο του παλουκώματος, πέταξαν το άψυχο σώμα του σε λάκκο με σκουπίδια, βορειοδυτικά της Λαμίας. Ηταν ο τραγικότερος θάνατος Ελληνα επαναστάτη. Στην αρχή, το τραγικό τέλος του τρομοκράτησε τους υπόδουλους Ελληνες αλλά η στάση και η γενναιότητα που επέδειξε στη μάχη αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τους επόμενους, που κλήθηκαν να πολεμήσουν για την ελευθερία του έθνους....

Τα λόγια του

«Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω».

«Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι.»

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Μετά την ήττα του στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821) ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα.

Τα λόγια του «Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω Συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους! εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας! τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα! Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν… Ας κινηθώμεν λοιπόν με εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιεροί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα… Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν». Από την προκήρυξη Αλέξανδρου Υψηλάντου – 24 Φεβρουαρίου 1821, Ιάσιον

Μαντώ Μαυρογένους

Πέθανε στην Πάρο από την πείνα και την εξαθλίωση και έχοντας δαπανήσει όλη της την περιουσία στον αγώνα –περίπου 500.000 γρόσια!- Αυτή η ευγενική και ρομαντική ηρωίδα του αγώνα, που έδωσε τα πάντα για την Επανάσταση και βίωσε ένα θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη στα πεδία των μαχών, ο οποίος όμως έληξε άδοξα βυθίζοντας την ίδια στην κατάθλιψη. Η μεγάλη ηρωίδα αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη από την ίδια της την οικογένεια. Η Μαντώ δεν ήταν η μοναδική αγωνίστρια που αγνοήθηκε από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Η κακή οικονομική κατάσταση και οι ανύπαρκτες δομές είχαν ως αποτέλεσμα εκατοντάδες πολεμιστές να πεθάνουν στην κυριολεξία «στη ψάθα», χωρίς καμία ανταμοιβή για τους αγώνες τους...

Τα λόγια της

«Ερχομαι να προσφέρω την περιουσία μου για τον αγώνα του Εθνους. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας με τις δυνάμεις των αδελφών μας που πολεμούν αυτή την ώρα για την αναγέννηση του Εθνους. Ας αποτινάξουμε τον ατιμωτικό ζυγό». Υψωσε τη Σημαία της Επανάστασης στη Μύκονο και ανακηρύχτηκε αρχηγός του νησιού. Προσφέρει την τεράστια περιουσία της αρματώνοντας τέσσερα πολεμικά καράβια. «Η πατρίς μου να ελευθερωθεί και αδιαφορώ τι θα απογίνω εγώ», έλεγε. Πολύ συγκινητική ήταν η μέρα του απόπλου του πολεμικού της στόλου από τη Μύκονο στις αρχές του Μάη του 1821.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα

Δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι στις Σπέτσες στις 22 Μαΐου 1825 από Σπετσιώτες «πατριώτες», καθώς προσέβαλε την τιμή τους κι ενώ η Ελλάδα σπαράσσονταν από τον εμφύλιο!!! Η Μπουμπουλίνα, η μεγάλη καπετάνισσα, έδωσε την περιουσία της για τον αγώνα, και θρήνησε ένα γιο στην Επανάσταση. Θύμα και αυτή του εμφυλίου πολέμου αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου έπεσε θύμα δολοφονίας από την οικογένεια της γυναίκας που ερωτεύτηκε ο γιος της. Η ελληνική πολιτεία έκλεισε την υπόθεση και δεν αναζήτησε καν τους δράστες. Τα λόγια της «Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός!»

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς

Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς (Νέδουσα Μεσσηνίας, 1782 - Πειραιάς, 25 Σεπτεμβρίου 1849), ήταν Ελληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Εμεινε γνωστός και μέσα από το ψευδώνυμό του, ως Τουρκοφάγος. Για τις υπηρεσίες του στον αγώνα το 1839 το κράτος του Οθωνα τον συνέλαβε με την κατηγορία της συνωμοσίας και τον βασάνισε φριχτά έως ότου έχασε το φως του! Ετσι τυφλός, πεινασμένος, άστεγος και ξεχασμένος από όλους θα πεθάνει από το κρύο και την πείνα το χειμώνα του 1849 χωρίς να δεχθεί ποτέ να λάβει κανένα βοήθημα από το κράτος…

Τα λόγια του

Οταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (Καταγόταν η οικογένειά του από το Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης γι’ αυτό τον αποκαλούσαν και Τουρκοπελέκα), το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η αρμόδια αρχή, η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, του επέτρεπε να επαιτεί, κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας, κάθε Παρασκευή! Οταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη της Γαλλίας, αυτός απεστάλη από την κυβέρνησή του, στο σημείο όπου ζητιάνευε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο, μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του. – Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος. – Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας. – Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; Επέμενε ο ξένος. – Η πατρίδα μού έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς. – Ο ξένος κατάλαβε και διακριτικά, φεύγοντας, άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!». Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναίος και έντιμος ήρωας, πεθαίνει πάμφτωχος».

Ιωάννης Μακρυγιάννης

Μετά το τέλος της επανάστασης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία αποτελούν δείγμα της δημώδους γλώσσας στην νεοελληνική γραμματεία. Ηρθε σε αντίθεση με τους οπαδούς του Καποδίστρια, και αργότερα με τον Οθωνα. Ελαβε μέρος στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1852 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Οθωνα, αλλά το 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Το 1864 ονομάστηκε αντιστράτηγος και πέθανε λίγο μετά στο μόνο πράγμα που του απέμεινε, το σπίτι του κάτω από την Ακρόπολη. Τα λόγια του «Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’ αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χειρότερο πατριώτη μου Ελληνα»

Ιωάννης Καποδίστριας

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από την Κέρκυρα, Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Το 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας του αναθέτει το αξίωμα του κυβερνήτη. Αφού πούλησε την τεράστια περιουσία του διέθεσε όλα τα χρήματα για την ανόρθωση της Ελλάδας (περίπου 5.000.000 ρούβλια). Αρνήθηκε να λάβει μισθό από το δημόσιο ταμείο και προτίμησε μια λιτή ζωή και χωρίς προκλήσεις, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις χήρες, τα ορφανά και τους αγωνιστές της Επανάστασης. Στις 27 Σεπτέμβρη 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη καθώς «τόλμησε» να τα βάλει με τα μεγάλα τζάκια.

Τα λόγια του «Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν.» (αρνούμενος τον μισθό του Κυβερνήτου)

«Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειάν μας.» (σε συνομιλία με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, λίγο μετά τον ερχομό του)

Αντώνης Οικονόμου

Ενας αδικημένος και ξεχασμένος ήρωας του ’21 είναι ο Υδραίος Καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η επίσημη ιστοριογραφία του 19ου αιώνα τον είχε καταδικάσει σε αφάνεια. Ο άνθρωπος που ξεσήκωσε τον λαό της Υδρας το Μάρτη του ’21. Δολοφονήθηκε από Υδραίους φονιάδες στις 16 Δεκέμβρη του 1821 με εντολή των Υδραίων προκρίτων γιατί τους χάλασε τα σχέδια… Αν ζούσε και αναπτυσσόταν πολιτικά ο Ανδρούτσος και ο Οικονόμου, το λαϊκό στρατιωτικό επαναστατικό μέτωπο θα δημιουργούσε την πολιτική βάση του. Ο Υψηλάντης θα εξελισσόταν δυναμικά σε πρώτης γραμμής ηγέτη. Ο Παπαφλέσσας θα ‘βρισκε το αγωνιστικό κλίμα του, οι πολιτικές του ικανότητες θα διοχετεύονταν στο κανάλι της λαϊκής αντίστασης ενάντια σε ξένους και ντόπιους. Μα είχαν όλοι τους άσχημο τέλος. Και ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους παράγοντες του αγώνα ο Αντώνης Οικονόμου, ο άνθρωπος που κινητοποίησε την Υδρα. Ένας πραγματικός ήρωας, πατριώτης και αγνός άνθρωπος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του ’21.

Τα λόγια του «Τα αδέρφια μας οι Μοραΐτες πήραν τ’ άρματα και χτυπούν τους Τούρκους και εμείς σαπίζουμε εδώ ακίνητοι γιατί οι προεστοί μας δε θέλουν την Επανάσταση. Δεν είναι ντροπή να μένουμε εδώ, ενώ άλλοι σκοτώνονται; Οι αρχόντοι δε θέλουν να κινηθούν γιατί φοβούνται τον πόλεμο, θέλουν την ησυχία τους. Ομως εμείς θαλασσομαχούντες μαζέψαμε τα πλούτη στις στέρνες τους. Είναι σωστό να προτιμούνται τα πλούτη από την ελευθερία;…»

Παναγιώτης Καρατζάς

Ο τσαγκάρης από την Πάτρα που… πρόλαβε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, κήρυξε την Επανάσταση στην Πάτρα και ξεσήκωσε τον λαό της παίρνοντας φαλάγγι τους Τούρκους. Δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη 1821 από το ρουφιάνο «συμπολίτη» του Θάνο Κουμανιώτη στη Μονή Ομπλού έξω από την Πάτρα ύστερα από άνωθεν εντολή.