GR US

«Η υπόθεση της Δάφνης Π.» - Ενα αστυνομικό διήγημα

Εθνικός Κήρυξ Archive

Μέρος Α΄

Δευτέρα 15 Απριλίου 1985 - Δεύτερη μέρα του Πάσχα, ώρα 11:30 το βράδυ

Ο Αλκιβιάδης Βρεττός στριφογύριζε ανήσυχος στην καρέκλα του. Η εκκωφαντική μουσική και ο φωτισμός τού έφερναν ζάλη. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσουν σπίτι τους. Ενιωθε κουρασμένος και πρωί πρωί τον περίμενε δουλειά στο Αστυνομικό Τμήμα. Κοίταξε το ρολόι του, κόντευε μία το βράδυ. Η γυναίκα του όμως, η Χριστίνα, δεν βιαζόταν καθόλου. Χόρευε περιχαρής με τη φίλη της στην μικρή αυτοσχέδια πίστα της ταβέρνας «Το Κουτούκι» και ούτε που κοιτούσε προς τη μεριά του.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη και η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Η εξωτερική πόρτα ήταν κλειστή και το λιγοστό οξυγόνο ανταγωνιζόταν την τσίκνα από τα καμένα λίπη και τον καπνό των τσιγάρων. Ενιωθε δυσφορία και η ανάσα του δυσκόλευε επικίνδυνα. Εψαξε στην τσέπη του σακακιού του για το σπρέι που το είχε δώσει ο γιατρός για το άσθμα του, μα δεν το βρήκε. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκε, αλλά ηρέμησε, όταν θυμήθηκε πως είχε ένα εφεδρικό στο αυτοκίνητο.

Σηκώθηκε κι άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο προσπαθώντας να βρει τρόπο διαφυγής ανάμεσα από τα τραπέζια και τις καρέκλες που ήταν στριμωγμένα. Η ταβέρνα κόντευε να σκάσει σαν παραφουσκωμένο μπαλόνι από τον κόσμο που είχε συρρεύσει να ακούσει την Μαίρη Λάμπρου να άδει την τελευταία της επιτυχία. Και παρά το περασμένο της ώρας, για κακή του τύχη, η μεγάλη λαϊκή σταρ δεν τους είχε τιμήσει ακόμη με την παρουσία της.

Βγήκε στον δρόμο πνιγμένος στον βήχα. Ενιωθε τα πνευμόνια του να στενεύουν και την αναπνοή του να βγαίνει τσιριχτή. Ευτυχώς το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο κοντά. Με χέρια που έτρεμαν, ξεκλείδωσε, άνοιξε το πορτάκι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και βρήκε το μπλε σωληνάριο με το βρογχοδιασταλτικό. Εκανε την εισπνοή του και σωριάστηκε στο κάθισμα του οδηγού. Σε λίγα λεπτά η αναπνοή του είχε ξαναβρεί τον κανονικό της ρυθμό.

Ηρεμος πια, πήρε το δρόμο της επιστροφής. Τράβηξε την πόρτα της ταβέρνας, αλλά δεν πρόλαβε να μπει μέσα. Μία νεαρή γυναίκα σε έξαλλη κατάσταση έπεσε πάνω του.

«Τι συμβαίνει, κυρία μου» τη ρώτησε «τι πάθατε;». «Μία γυναίκα… κατέρρευσε δίπλα μου… την ώρα που χόρευα… Νομίζω πέθανε» ξέσπασε σε κλάματα.

Δευτέρα 15 Απριλίου 1985- Δεύτερη μέρα του Πάσχα, ώρα 8:30 το πρωί – 10 ώρες πριν

Ο Αλκιβιάδης καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και σκεφτόταν την υπόθεση της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο του Καραμανώλη. Η Χριστίνα έψηνε καφέ στο γκαζάκι και μιλούσε στο τηλέφωνο με την φίλη της, την Αννα και κανόνιζε να συναντηθούνε για φαγητό.

«Η Αννα έκλεισε τραπέζι στο ‘Κουτούκι’» ανακοίνωσε χαρούμενη, κατεβάζοντας το ακουστικό. «Σήμερα θα έχουν ζωντανή μουσική!». Ο ενθουσιασμός της καταλάγιασε, όταν είδε τον Αλκιβιάδη να την κοιτάζει ατάραχος. «Δεν σε βλέπω να χαίρεσαι που θα βγούμε για φαγητό με τον Κώστα και την Καίτη» κατσούφιασε η Χριστίνα, καθώς σέρβιρε τον καφέ.

«Η αλήθεια είναι ότι είμαι κουρασμένος ακόμη, από χθες» της απάντησε. «Εχω φέρει και δουλειά από την υπηρεσία…» άνοιξε ένα κουτί με μπισκότα βουτύρου, πήρε ένα και το βούτηξε στον αχνιστό καφέ. «Οπως πάντα» γκρίνιαξε η γυναίκα του. «Δε θα σώσεις εσύ τον κόσμο, Αλκη. Ασε να δουλέψει και κανένας άλλος στην Ελληνική Αστυνομία» τον κοίταξε μουτρωμένη.

«Είναι σοβαρό, Χριστίνα, ένας άνθρωπος κάηκε ζωντανός» της αντιγύρισε. «Ολα είναι πάντα πιο σοβαρά από εμένα, Αλκη! Πόσο καιρό έχουμε να βγούμε έξω μαζί;» παραπονέθηκε.

«Εντάξει, γυναίκα! Δε θα σου χαλάσω το χατίρι» της χαμογέλασε. «Ας πάμε, αν κρατήσει η μάνα σου τη Μυρτώ. Μόνο κανόνισε να πάμε όσο πιο αργά γίνεται. Λέω να πεταχτώ…». «Πού θα πας πάλι;» τον έκοψε η Χριστίνα. «Είπα να περάσω για λίγο από το κτήμα, να ποτίσω». «Δεν το πιστεύω ότι και σήμερα θα μας παρατήσεις, για να πας στα φυτά σου!».

Ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως την είχε κουράσει η συνεχής απουσία του. Δούλευε υπερβολικά και τον λίγο ελεύθερο χρόνο που είχε, προτιμούσε να καλλιεργεί λαχανικά σε ένα μικρό χωραφάκι που είχε έξω από την πόλη. Η επαφή με το χώμα, με τα φυτά τον ηρεμούσε, τον έκανε να ξεχνάει το άγχος της δουλειάς του.

«Εχεις δίκιο» της απάντησε ήρεμα και ρούφηξε δυνατά μια γουλιά από τον καφέ του. Δεν είχε καμία διάθεση να κάτσει κλεισμένος μέσα, αλλά μία η μουρμούρα της γυναίκας του μία η υπόθεση της πυρκαγιάς έμεινε σπίτι και ούτε κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα.

Δευτέρα 15 Απριλίου 1985- Δεύτερη μέρα του Πάσχα, ώρα 9 το βράδυ

Εφτασαν στην ταβέρνα γύρω στις εννιά το βράδυ. Το «Κουτούκι» ήταν ένα μεγάλο μαγαζί που θύμιζε καταφύγιο σε χιονοδρομικό. Οι τοίχοι ήταν λιθόχτιστοι και είχαν ξύλινη διακόσμηση, τα τραπέζια ήταν πολλά και ασφυκτικά κοντά το ένα στο άλλο. Στον έναν τοίχο υπήρχε ένα μεγάλο πέτρινο τζάκι.

Απέναντι από αυτόν, ήταν κρεμασμένη μία μεγάλη ελαιογραφία που απεικόνιζε την πόλη τους, έργο ενός συμπολίτη τους, γνωστού ζωγράφου. Η ζωντανή μουσική σε συνδυασμό με το καλό κρασί του μαγαζιού, δημιουργούσαν συνήθως, ένα κλίμα ευφορίας και οι θαμώνες γίνονταν μια μεγάλη παρέα.

Ο Αλκιβιάδης και η Χριστίνα κάθισαν στο τραπέζι τους και περίμεναν τους φίλους τους. Η Χριστίνα τού μιλούσε συνεχώς, αλλά εκείνος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του και με δυσκολία άκουγε τι του έλεγε. Σκεφτόταν συνεχώς τη μεγάλη πυρκαγιά στο εργοστάσιο του Καραμανώλη και τον άτυχο φύλακα που κάηκε ζωντανός. Από την αρχή του είχε μπει η ιδέα πως δεν ήταν ατύχημα, αλλά εμπρησμός και ας μην υπήρχαν σαφείς ενδείξεις. Ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι και να ξαναπιάσει την υπόθεση από την αρχή.

«Για δες» του ψιθύρισε η Χριστίνα και τον σκούντησε απαλά, καθώς έστρεφε το κεφάλι της προς την πόρτα. «Η κόρη του Μενέλαου, η Δάφνη. Είναι μαζί με τον αρραβωνιαστικό της, τον Θανάση Γεωργίου. Πολύ καλό παιδί, μού είπε η μάνα της, γιατρός και από πολύ πλούσια οικογένεια. Και τη λατρεύει».

Ο Αλκιβιάδης κοίταξε το κορίτσι που έμπαινε γελαστό. Την ήξερε από μικρή τη Δάφνη, ο πατέρας της ήταν παιδικός του φίλος. Τα τελευταία χρόνια δεν βλεπόντουσαν συχνά, αλλά τον είχε πάντα στην καρδιά του. Η Δάφνη Παππά, τίναξε τα πλούσια καστανά μαλλιά της με σκέρτσο, καθώς τράβηξε το καπέλο της. Δεν ήταν εκθαμβωτικά όμορφη, ήταν όμως εξαιρετικά θελκτική. Οι καμπύλες της ήταν έντονες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έδινε την εντύπωση της παχουλής.

Είχε μια θηλυκότητα, μία έντονη σεξουαλικότητα που σίγουρα καθήλωνε τους άνδρες. Δίπλα της στεκόταν ο αρραβωνιαστικός της, ένας άντρας γύρω στα τριάντα, ντυμένος με ένα πανάκριβο κοστούμι. Ηταν ψηλός και σωματώδης, με κοιλίτσα που φαινόταν έντονα και πρόδιδε την αγάπη του στο ποτό και στο καλό φαΐ.

Είχε έντονα ζυγωματικά, σαρκώδη χείλη και φαρδιά φρύδια που ενώνονταν στο μέτωπο πάνω από τα μικρά σκούρα μάτια του. Ενας μάλλον άσχημος άντρας που τον ασχήμαινε ακόμη περισσότερο το ύφος του. Σκυθρωπός και αγέλαστος, ο γιατρός δεν φαινόταν καθόλου χαρούμενος δίπλα στο όμορφο κορίτσι. Προχώρησαν προς το τραπέζι τους.

Η παρέα τους, δύο ακόμη ζευγάρια, ήταν ήδη εκεί, και τους χαιρέτησαν με αγκαλιές και φιλιά. Η Δάφνη, έβγαλε με αργές κινήσεις την εσάρπα της, αποκαλύπτοντας το προκλητικό της μπούστο. Κάθισαν. Ο συνοδός της, την κοίταξε άγρια και κάτι της μουρμούρισε με έντονο ύφος. Αμέσως η κοπέλα τύλιξε ξανά την δαντελένια εσάρπα της γύρω από τους ώμους της, καλύπτοντας το εντυπωσιακό ντεκολτέ της.

«Είδες πόσο ομόρφυνε η κόρη του Μενέλαου;» τον ρώτησε η Χριστίνα. «Ναι, είναι εντυπωσιακή». «Αλλά πολύ έξαλλο το ντύσιμό της, δε συμφωνείς;» ήπιε μια γουλιά από το κρασί της και συνέχισε «και να φανταστείς ότι είναι εγγονή παππά».

Η κουβέντα τους έμεινε στη μέση, γιατί στο μεταξύ είχαν φτάσει και οι φίλοι τους. Τους υποδέχτηκαν με αγκαλιές και φιλιά. Παρήγγειλαν το φαγητό τους και χαλάρωσαν τρώγοντας και πίνοντας κρασί. Η παρέα τους ήταν ευχάριστη και ήταν ολοφάνερο ότι όλοι διασκέδαζαν με τη ψυχή τους. Ακόμη κι ο Αλκιβιάδης που ήταν τόσο προβληματισμένος ξέχασε για λίγο τις έγνοιες της δουλειάς του κι ευθύμησε.

Η μουσική ήταν χορευτική κι ο κόσμος τραγουδούσε και χόρευε στην μικρή πίστα του μαγαζιού. Η Χριστίνα και η Καίτη μόλις τέλειωσαν το φαγητό τους, κατευθύνθηκαν γελαστές στην πίστα. Ο Κώστας τις ακολούθησε. Ο Αλκιβιάδης έμεινε μόνος στο τραπέζι και βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις του.

Ο χορός ποτέ δεν ήταν το δυνατό του σημείο. Ανοιξε το μπλοκάκι του κι άρχισε να σημειώνει τις δουλειές που είχε να κάνει την επόμενη μέρα. Είχε απορροφηθεί για τα καλά, όταν άκουσε μια νεανική φωνή κι ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του.

«Κύριε Αλκη; Εσείς εδώ;». Γύρισε και είδε τη Δάφνη να τον κοιτάζει χαμογελώντας. «Δεσποινίς μου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Ο μπαμπάς καλά; Δεν τον έχω δει καθόλου τον τελευταίο καιρό».

«Μια χαρά, κύριε Αλκη. Δουλεύει πολύ, όπως πάντα!» χαμογέλασε. «Ηθελα να σας τηλεφωνήσω, είναι κάτι που θα ήθελα να σας πω, αλλά δεν…» το βλέμμα της σκοτείνιασε. «Πες μου, Δάφνη, τι σε απασχολεί;» την παρότρυνε ο Αλκιβιάδης.

Το κορίτσι παρέμεινε για λίγο σιωπηλό και προβληματισμένο. Υστερα χαμογέλασε.

«Αφήστε καλύτερα, δεν είναι της ώρας» είπε. «Οπως θέλεις, παιδί μου» έσκισε ένα φύλλο από το μπλοκάκι του κι έγραψε το τηλέφωνο του γραφείου του. «Οποτε θέλεις πάρε με τηλέφωνο. Θα χαρώ να σε βοηθήσω, αν μπορώ». Το κορίτσι τύλιξε το χαρτάκι και το έκλεισε στην παλάμη της. «Σας ευχαριστώ πολύ» είπε και έφυγε.

Ο Αλκιβιάδης την παρατηρούσε, καθώς προχωρούσε προς το τραπέζι της. Τι να ήθελε, άραγε, να του πει; Επρεπε να είχε επιμείνει περισσότερο. Ενιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.

Δευτέρα 15 Απριλίου 1985- Δεύτερη μέρα του Πάσχα, ώρα 11:45 τα μεσάνυχτα

Ο Αλκιβιάδης άνοιξε την πόρτα της ταβέρνας και όρμησε μέσα. Κατευθύνθηκε γρήγορα προς την πίστα. Ο κόσμος όρθιος, ανήσυχος, προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Οι πιο περίεργοι προσπαθούσαν να πλησιάσουν για να δουν τι είχε συμβεί. Εκανε χώρο να περάσει, απομακρύνοντας τον κόσμο.

Αυτό που αντίκρισε τον έκανε να παγώσει. Η Δάφνη, η κόρη του Μενέλαου, του φίλου του ήταν πεσμένη ανάσκελα στο κέντρο της πίστας. Το πρόσωπό της ήταν πρησμένο και κατακόκκινο. Τα μάτια της κόντευαν να βγουν από τις κόγχες τους και το στόμα της ήταν μισάνοιχτο. Φαινόταν να αναπνέει με δυσκολία. Το ένα χέρι της ήταν στο στήθος στο μέρος της καρδιάς. Ενας άντρας ήταν σκυμμένος πάνω της και της έδινε τις πρώτες βοήθειες. Ηταν ο αρραβωνιαστικός της, ο Θανάσης Γεωργίου.

Ο Αλκιβιάδης ένιωσε να σκοτεινιάζει ο κόσμος γύρω του. Κρατήθηκε από μία καρέκλα και προσπάθησε να συνέλθει. Η Χριστίνα τον πλησίασε.

«Θα προλάβει το ασθενοφόρο;» τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε.

Δεν της απάντησε. Ζήτησε να ανάψουν όλα τα φώτα. Εδωσε εντολή να καθίσουν όλοι στα τραπέζια τους και φρόντισε να ανοίξει διάδρομος από την πίστα, μέχρι την είσοδο της ταβέρνας. Υστερα, πλησίασε ξανά το κορίτσι. Το χρώμα είχε αρχίσει να χάνεται από το πρόσωπό της. Ο άντρας συνέχιζε γεμάτος αγωνία να της κάνει τεχνητή αναπνοή.

Το ασθενοφόρο αργούσε. Ο Αλκιβιάδης ανήσυχος, πλησίασε στο μπαρ της ταβέρνας και ζήτησε το τηλέφωνο. Ομως πριν προλάβει να σηκώσει το ακουστικό, για να τηλεφωνήσει άκουσε τον Θανάση Γεωργίου να ουρλιάζει. Κατάλαβε. Τον κοίταξε. Ο άντρας ήταν σε έξαλλη κατάσταση, έκλαιγε και φιλούσε την κοπέλα. «Ξύπνα, κοριτσάκι μου» έλεγε ανάμεσα σε λυγμούς «ξύπνα, αγάπη μου, γιατί, γιατί…».