H Μενδώνη για Επέτειο των 2.500 χρόνων από μάχη Θερμοπυλών και Ναυμαχία Σαλαμίνας

Η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κατά την ομιλία της. Φωτογραφία: ΓΤ υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

ΑΘΗΝΑ. Εκδήλωση για την Έναρξη του εορταστικού κύκλου εκδηλώσεων για την Επέτειο των 2.500 χρόνων από τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, πραγματοποιήθηκε σήμερα, 16 Οκτωβρίου, στο Ζάππειο Μέγαρο.

Παρέστησαν, η Α.Ε. ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Προκόπιος Παυλόπουλος, ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Λίνα Μενδώνη, ο υπουργός Εσωτερικών κ. Παναγιώτης Θεοδωρικάκος και η Πρέσβης Καλής Θελήσεως της UNESCO κ. Μαριάννα Βαρδινογιάννη. Την εκδήλωση διοργάνωσαν το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, το υπουργείο Εσωτερικών και το Ίδρυμα Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη.

Ακολουθεί η ομιλία της υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού:

Την χρονιά, που σε δυόμισι ακριβώς μήνες ανατέλλει, το 2020, συμπληρώνονται 2500 χρόνια από δύο γεγονότα που σημάδεψαν την εξέλιξη των Περσικών Πολέμων, το 480 π.Χ., και επηρέασαν καθοριστικά σε πολλαπλά επίπεδα την μετέπειτα ελληνική και παγκόσμια ιστορία και τον πολιτισμό: τη μάχη των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η χρονιά που ακολουθεί, το 2021, σηματοδοτεί τη συμπλήρωση 200 ετών από την Επανάσταση του 1821.

Οι δύο αυτές επέτειοι εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να σχετίζονται, καθώς τα γεγονότα απέχουν χρονικά μεταξύ τους περισσότερες από δύο χιλιετηρίδες. Ωστόσο, εάν τα εξετάσει κανείς υπό το πρίσμα των ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων και των ιστορικών εξελίξεων στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα, διαπιστώνει ότι συνδέονται στενά, και μάλιστα κατά τρόπο τόσο συμβολικό, όσο και εξόχως ουσιαστικό.

Η ωρίμανση του ελληνικού εθνικού κινήματος, που οδήγησε στην Επανάσταση συντελέστηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, σε στενή συνάρτηση με τον Ευρωπαϊκό και το Νεοελληνικό Διαφωτισμό.

Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός προέβαλε την κατίσχυση της έρευνας και της γνώσης επί της προκατάληψης, της άγνοιας και του δογματισμού, αντέτεινε την παραγωγική δύναμη του ανθρώπινου νου στις κατεστημένες ιδέες και αυθεντίες, το φιλελευθερισμό απέναντι στον πολιτικό συντηρητισμό και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία. Αφετηρία και θεμέλιο αυτών των ρηξικέλευθων ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικών αντιλήψεων, ήταν αφενός μεν τα επιτεύγματα των σύγχρονων φυσικών επιστημών, αφετέρου δε οι αρχές του αρχαιοελληνικού στοχασμού, τον οποίο οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού μελέτησαν σε βάθος, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ελεύθερη κριτική σκέψη και τον ορθό λόγο, τα οποία ανέδειξαν ως ιδεώδη πρότυπα.

Το ρεύμα του Κλασικισμού είχε ήδη διασυνδέσει άρρηκτα τις έννοιες της «ελευθερίας» και της «αρετής», θεωρώντας ιδεαλιστικά ότι την ύψιστη και πλέον καθαρή τους υπόσταση και έκφραση είχαν λάβει στην αρχαία Ελλάδα. Καθρεφτίζονταν στη φιλοσοφία, τις τέχνες και τα γράμματα, εμπεδώνονταν και ενσαρκώνονταν, ωστόσο, κατεξοχήν στην κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική δράση. Παράλληλα, και υπό την επίδραση του Ρομαντισμού, την περίοδο αυτή πραγματοποιείται μια στροφή από τον ακαδημαϊκό θαυμασμό και την αρχαιοδιφική ενασχόληση με τη γραμματεία και τις τέχνες της αρχαιότητας προς μια διαρκώς αυξανόμενη συναισθηματική προσέγγιση και έμπρακτη συμπάθεια και συμπαράσταση προς τους χειμαζόμενους σύγχρονους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων.

Ηθικό χρέος των Ευρωπαίων και του δυτικού κόσμου, του οποίου ο πολιτισμός εδραζόταν στα θεμέλια της αρχαίας Ελλάδας, ήταν να συνδράμει με κάθε τρόπο και μέσο στην αναγέννηση της «αρετής» και της «ελευθερίας» της Ελλάδας και των Ελλήνων, τόσο σε πνευματικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

Παράλληλα, ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων της διασποράς, άνθρωποι της επιστήμης, της διανόησης, της πολιτικής και του εμπορίου διασώζουν και μεταλαμπαδεύουν το ελληνικό πνεύμα στο εξωτερικό και διαδίδουν τις σύγχρονες ευρωπαϊκές ιδέες στο εσωτερικό, προσαρμοσμένες στις ανάγκες του υπόδουλου Γένους.

Από όλα τα γεγονότα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, τα δύο που εξιδανικεύθηκαν και ταυτίστηκαν άρρηκτα με την «αρετή» και την «ελευθερία» στη συλλογική μνήμη και το συναίσθημα τόσο του δυτικού κόσμου, όσο και του αναγεννημένου ελληνικού έθνους, ήταν αυτά της μάχης των Θερμοπυλών και της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η ταύτιση αυτή παραμένει ισχυρή και αναλλοίωτη στην παγκόσμια συνείδηση από το 18ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Μια εξαιρετικά γλαφυρή έκφραση αυτού του ιστορικού, ιδεολογικού και συναισθηματικού υποβάθρου που προαναφέραμε, βρίσκουμε στα «Νησιά της Ελλάδας» του Λόρδου Βύρωνα, τις παραμονές ακριβώς της Ελληνικής Επανάστασης: «…Τα βουνά βλέπουν τον Μαραθώνα – Κι ο Μαραθώνας βλέπει την θάλασσα – Και καθώς μονάχος εκεί συλλογιζόμουν – Ονειρεύτηκα πως η Ελλάδα μπορεί να είναι ακόμα ελεύθερη – Γιατί, στου Πέρση τον τάφο καθώς στεκόμουν – Τον εαυτό μου σκλάβο δεν μπορούσα να τον θεωρήσω – Στην άκρη του βράχου που αγναντεύει την θαλασσογεννημένη Σαλαμίνα καθόταν ένας βασιλιάς – Και πλοία, χιλιάδες πλοία, ήταν κάτω απλωμένα – Και έθνη ανθρώπων -όλα δικά του ήταν! – Τα μέτρησε την αυγή – Κι όταν ο ήλιος έγειρε, πού είναι; Πού είναι;… (και πιο κάτω)… Για τους Έλληνες το πρόσωπο κοκκινίζει – για τους Έλληνες ένα δάκρυ κυλά. – Μα πρέπει άραγε να κλάψουμε για τα ένδοξα περασμένα; – Πρέπει να κοκκινίσουμε από ντροπή; – Οι πατεράδες μας έχυσαν αίμα. – Ω γη! Από το στήθος σου δώσε μας πίσω – Ένα απομεινάρι των νεκρών Σπαρτιατών! – Απ’ τους τριακόσιους δώσε μας τρείς μονάχα – Να φτιάξουμε καινούργιες Θερμοπύλες».

Ο κοινός πατριωτικός αγώνας των Ελλήνων κατά τους Περσικούς Πολέμους για την προάσπιση της ελευθερίας τους και την υπεράσπιση όχι μόνο βωμών και εστιών, αλλά ενός τρόπου ζωής, μιας κοσμοθεωρίας και ενός ολόκληρου πολιτισμού απέναντι στον ανατολικό δεσποτισμό και τον ολοκληρωτισμό, ήταν ένα πρότυπο με το οποίο μπορούσαν άμεσα να ταυτιστούν σε συμβολικό επίπεδο τόσο ο δυτικός κόσμος όσο και ο Ελληνισμός.

Η μάχη των Θερμοπυλών ήδη από την εποχή του Ηρόδοτου, του Σιμωνίδη, του Πλουτάρχου και διαμέσου των αιώνων έως τις μέρες μας, αποτέλεσε συνώνυμο της αρετής και του πατριωτισμού. Ανεξάρτητα από τις αναλύσεις των σύγχρονων ιστορικών ως προς τα άμεσα κίνητρα και τις πρακτικές επιπτώσεις της, και παρά το αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι αποτέλεσε μια προδιαγεγραμμένη στρατιωτική αποτυχία, η μάχη των Θερμοπυλών, ο θάνατος του Λεωνίδα και των «300», δεν υπήρξαν απλά μια ήττα, μια απερίσκεπτη ενέργεια ενάντια στη λογική, ούτε μια πράξη απέλπιδος ηρωισμού. Υπήρξε μια συνειδητή και προμελετημένη θυσία. Και ως τέτοια, αποτέλεσε μια κατεξοχήν ηθική πράξη, μια υπέρτατη εκδήλωση συνέπειας, αρετής, ελευθερίας και αγάπης.

Και γι’ αυτό έχει έκτοτε αναχθεί σε αιώνιο παράδειγμα προς μίμηση, σε θεμελιώδες αρχέτυπο. Αφορά εξίσου στους συγχρόνους του Λεωνίδα Έλληνες, που έπρεπε στην πιο σκοτεινή και τραγική στιγμή της έως τότε ιστορίας τους να βρουν τη φυσική δύναμη και το ψυχικό σθένος να συνεχίσουν έναν άνισο και φαινομενικά αδύνατο αγώνα εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας. Αφορά στους υπόδουλους Έλληνες που μετά από μακραίωνο ζυγό έπρεπε να ανασυνταχθούν υλικά και ηθικά, ώστε να διεκδικήσουν την ελευθερία τους διεξάγοντας έναν αντίστοιχα άνισο αγώνα απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία, αφορά τέλος στους Ευρωπαίους, αλλά και σε όλους εν γένει τους σκεπτόμενους ανθρώπους που θέλουν να λογίζονται ενάρετοι, πολιτισμένοι και ελεύθεροι.

Αφού, λοιπόν, οι Θερμοπύλες εκπλήρωσαν την ηθική προϋπόθεση στήνοντας το βωμό της θυσίας που απαιτούσε η θεμελίωση της «αρετής», η Σαλαμίνα έγινε ο τόπος όπου η αρετή αυτή μετουσιώθηκε, λαμβάνοντας την έτερη, συμπληρωματική της υπόσταση της «ελευθερίας». Ενσαρκώνοντας την αρετή, οι Έλληνες πέτυχαν το φαινομενικά ακατόρθωτο, το θαύμα: Υπερέβησαν τα τυπικά ανθρώπινα μέτρα, κατανίκησαν τη λογική των αριθμών και δημιούργησαν την κρίσιμη εκείνη καμπή στον αγώνα, που θα τους επέτρεπε αμέσως μετά στις Πλαταιές με ανανεωμένη πίστη και ελπίδα να διεκδικήσουν ισότιμα, να ανακτήσουν και να παγιώσουν την ελευθερία τους.

Εδώ και 2500 χρόνια, ο δυτικός κόσμος και ο Ελληνισμός αναγνωρίζουν στο θαύμα της Σαλαμίνας ένα γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση και εμπέδωση του αναδυόμενου πολιτισμού τους, λειτουργώντας καταλυτικά για τη φιλοσοφική, την πολιτική και την καλλιτεχνική έκρηξη που ακολούθησε υπό τη φυσική και πνευματική ηγεσία της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ο θρίαμβος της Σαλαμίνας αφενός διέσωσε τον Ελληνισμό, αφετέρου κατέστησε αυτά τα πολιτιστικά επιτεύγματα εφικτά.

Πριν από τη Σαλαμίνα οι περισσότερες από τις πολυπληθείς ελληνικές πόλεις παρέμεναν σε σημαντικό βαθμό απομονωμένες, συντηρητικές και εσωστρεφείς αγροτικές κοινωνίες. Μετά τη Σαλαμίνα γεννήθηκε μια νέα, περισσότερο συλλογική και εξωστρεφής προοπτική που αργότερα θα οδηγούσε τους Έλληνες στην κατάκτηση του κόσμου. Πριν τη Σαλαμίνα η ίδια η Αθήνα αποτελούσε ακόμη ένα ιδιάζον, μάλλον εκκεντρικό παράδειγμα, όπου ο πειραματισμός με τη δημοκρατία είχε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει. Μετά τη Σαλαμίνα, αναδείχθηκε μια τολμηρή, ριζοσπαστική δημοκρατία, που παρά τις εγγενείς της αδυναμίες και εκρηκτικές αντιθέσεις ηγήθηκε πολιτικά και πνευματικά των Ελλήνων, δημιούργησε τον Παρθενώνα και ανέδειξε εμβληματικές μορφές όπως του Περικλή, του Θουκυδίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου.

Τα συνακόλουθα φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά επιτεύγματα των Ελλήνων επρόκειτο κατόπιν μέσω της Ρώμης να διαδοθούν και να εδραιωθούν σε ολόκληρη τη δυτική Μεσόγειο και την Ευρώπη, παραμένοντας αδιαμφισβήτητα από κάθε ανατολική απειλή επί δύο χιλιετίες. Με αφετηρία τη Σαλαμίνα και πρώτους ηγήτορες τους Αθηναίους και τους Έλληνες, ο δυτικός κόσμος επρόκειτο να αναπτυχθεί πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά με τόλμη και δυναμισμό, να διατηρήσει – παρά τις προφανείς ατέλειες και τα συχνά πισωγυρίσματα — ζωντανούς τους γόνιμους σπόρους του ορθολογισμού, της φιλελεύθερης κοινωνίας των πολιτών και της δημοκρατίας.

Οι βάσεις του νεοελληνικού, του ευρωπαϊκού και του δυτικού πολιτισμού, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, και η αναγνωρίσιμη ως κοινή πνευματική και ιδεολογική καταβολή και ταυτότητα των λαών που τον ενστερνίστηκαν και τον καλλιέργησαν περαιτέρω, στηρίζονται εν πολλοίς στα συμβολικά και ουσιαστικά θεμέλια που τέθηκαν ακριβώς πριν 2500 χρόνια στις Θερμοπύλες και στη Σαλαμίνα. Ειδικά για τον Ελληνισμό, η σύμπτωση αυτής της επετείου με την επέτειο της εθνικής παλιγγενεσίας αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική συγκυρία, που είναι χρέος μας να επισημάνουμε και να αναδείξουμε ανάλογα.

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που έχει λάβει από τον κ. Πρωθυπουργό, προετοιμάζεται και για τις δύο επετείους. Οι Υπηρεσίες και οι εποπτευόμενοι φορείς του διαθέτουν υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, εξειδικευμένο και κατηρτισμένο, ικανό και έμπειρο στον σχεδιασμό και την υλοποίηση εξαιρετικών πολιτιστικών γεγονότων, επιστημονικών εκδηλώσεων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

Ενδεικτικά αναφέρω: Το Εθνικό Θέατρο, η Εθνική Λυρική Σκηνή, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, οι Αρχαιολογικές Υπηρεσίες στην χωρική αρμοδιότητα των οποίων εντάσσονται οι Θερμοπύλες, η Σπάρτη –ως γενέθλια γη του Λεωνίδα- και η Σαλαμίνα, οι Κρατικές Ορχήστρες, αλλά και άλλοι Πολιτιστικοί Οργανισμοί, με τους οποίους το Υπουργείο Πολιτισμού διατηρεί προγραμματικές συμφωνίες, όπως το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, θα αναπτύξουν ειδικά προγράμματα συμμετέχοντας στον εορτασμό της επετείου, στο πλαίσιο συνεργασίας που θα τεθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών, το Ίδρυμα Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Αν και ο χρόνος είναι περιορισμένος, και η έγκαιρη προετοιμασία για την επέτειο δεν υπήρξε, εν τούτοις, βάλαμε έναν στόχο στο Υπουργείο: Να δούμε τους εορτασμούς ως αφορμή για να ωριμάσομε και να υλοποιήσομε –στη συνέχεια- σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς, αλλά και με τον ιδιωτικό τομέα, όπου χρειαστεί, ένα τουλάχιστον έργο πολιτισμού σε κάθε μία από τις τρεις εμβληματικές περιοχές, τις Θερμοπύλες, την Σπάρτη, την Σαλαμίνα. Στόχος δύσκολος, αλλά όχι ανέφικτος. Πρόκληση και ευκαιρία.

Σας ευχαριστώ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

 characters available