x
 

ΕΛΛΑΔΑ

Η έννοια του θανάτου στην Ελληνική Επανάσταση 1821-1832

23 Μαρτίου 2024
Του Σπυρίδωνα Γ. Πλουμίδη

Οπως η «ελευθερία», έτσι και ο «θάνατος» στον πόλεμο της ελληνικής Ανεξαρτησίας είχε και αυτός διπλό πρόσωπο. Η εμπέδωση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο δεν σήμαινε μοναχά τον «θάνατο» του οθωμανικού ancien regime, αλλά και την αντεκδίκηση, η οποία έφθασε το 1830 μέχρι και τη σχεδόν πλήρη κατάλυση της ετερογένειας του εγχώριου πληθυσμού και τη συλλογική εξαφάνιση των μουσουλμανικών κοινοτήτων. Ο Κοραής διατράνωσε στο Σάλπισμα πολεμιστήριον: Ο καιρός ίσως δεν είναι μακράν, όταν αιμοβόρος τις Σουλτάνος, διά να ελευθερωθή από πάσαν υποψίαν, θέλει, ως άλλος Ηρώδης, αποφασίσειν την φονοκτονίαν όλων ομού των Γραικών. ΘΑΝΑΤΟΣ ’Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! έξω των δύο τούτων άλλη πλέον εκλογή δεν μας έμεινεν παρά να μας σφάζη ο άγριος τύραννος ως κτήνη, ανάγκη είναι, καθενός εξ ημών η σφαγή να εξαγοράζεται με σφαγήν πολλών φονέων βαρβάρων, έως να φθάση η ελληνική μάχαιρα και εις αυτήν του θηρίου την φωλεάν. Η πορεία προς τη συλλογική αλληλοεξόντωση ξεκίνησε με την εξολόθρευση των («τριακοσίων ως έγγιστα») Λαγκαδινών Τούρκων (1 Απριλίου 1821), «ανδρών, γυναικών και παιδιών», κατ’ εντολή του τοπικού προύχοντα Κανέλλου Δεληγιάννη.

Το σκεπτικό του Ελληνα προεστού ήταν εξόχως πρακτικό: Διά τον φόνον των Τούρκων  και το τελευταίον καταφύγιον των ελπίδων των μικροψύχων εξέλιπε και είναι αδύνατον πλέον να συζήσωμεν με Τούρκους. Πάρετε λοιπόν την περίληψιν να τρέξωμεν εμπρός με τα όπλα εις τας χείρας ή να ελευθερώσωμεν αυτήν την πατρίδα, ή να αποθάνωμεν άπαντες ενδόξως υπέρ αυτής. Μετά τη σφαγή των Λαγκαδινών μουσουλμάνων οι χριστιανοί κάτοικοι της επαρχίας (Γορτυνίας) «επείσθησαν ότι μέχρι θανάτου έχουν να πολεμήσουν τον εχθρόν», διότι ήταν προσδοκώμενο πως οι Οθωμανοί θα προκαλούσαν αντίποινα «αδιακρίτως». Ο κύκλος της μαζικής και αδιάκριτης βίας και της συλλογικής ευθύνης για τον σκοτωμό είχε πλέον ανοίξει. Ο Φίνλεϋ υπολογίζει ότι στο διάστημα 26 Μαρτίου – 22 Απριλίου 1821 στην Πελοπόννησο σφαγιάστηκαν αδιάκριτα 10.000 έως 15.000 μουσουλμάνοι (άνδρες, γυναίκες, παιδιά) και καταστράφηκαν περίπου 3.000 τουρκικές κατοικίες. Η πορεία εξολόθρευσης και οργανωμένης εκδίωξης των μουσουλμάνων κορυφώθηκε με την άλωση της Τριπολιτσάς, όπου περισσότεροι από 10.000 μωαμεθανοί, κυρίως άμαχοι, σφαγιάστηκαν αδιακρίτως (23-25 Σεπτεμβρίου 1821).

Ο Ιωάννης Φιλήμων περιγράφει παραστατικά τη μακάβρια εικόνα που παρουσίαζε η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου μετά την τριήμερη σφαγή: «Ολης της πόλεως η επιφάνεια ηλλοιώθη εις τι ψυχρόν σφαγείον. Από του αίματος μετεχρωματίσθη το έδαφος αυτής, από των πτωμάτων εκαλύφθησαν και προαύλια και λεωφόροι και πλατείαι. Γυναίκες, βρέφη, νέοι, γέροντες, άνδρες, ανάμικτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές, και οιονεί διεμαρτύροντο κατά της διαιρούσης την ανθρωπότητα πολιτικής τυραννίας και θρηκευτικής ετεροδοξίας. Ιδίως δ’ η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ούθ’ ο πεζός, ούθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλ’ επί πτωμάτων. Τα θύματα αυτά πάσης ηλικίας και γένους ηριθμούντο υπέρ τα δεκακισχίλια. Ο ιστορικός συγγραφέας (και προσωπικός γραμματέας του Δημητρίου Υψηλάντη) προβληματισμένος καταλήγει: «Ούτω κατά την άλωσιν της Τριπόλεως ο έρως προς την πατρίδα μετεβλήθη εις πάθος ακράτητον, και τούτο παρέσυρε τους Ελληνας εις τας τραγικωτέρας πράξεις».

Ο Παναγιώτης Παπατσώνης κάνει, ωστόσο, λόγο για «υπέρ τας 30 χιλιάδας ψυχάς ανδρών και γυναικών [μουσουλμάνων] απολεσθέντων» κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πρωτεύουσας πόλης της Πελοποννήσου, «οι πλείστοι» εκ των οποίων χάθηκαν «από την ασθένειαν της λοιμικής» (Π. Παπατσώνης, ό.π., σ. 68). Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μαρτυρεί: «Το ασκέρι οπού ήτον μέσα [εις την Τριπολιτσά] το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες 32.000 μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς» (Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 94). Σε αυτούς τους νεκρούς πρέπει να προσθέσουμε τους 348 άρρενες «εκλεκτούς μαχητές» και τα «υπερχίλια» γυναικόπαιδα που αιχμαλώτισε (με την υπόσχεση της διάσωσης) ο Κανέλλος Δεληγιάννης, οι οποίοι όμως δολοφονήθηκαν κατά τη μεταφορά τους κατ’ εντολήν του ιδίου. Οι περισσότερες γυναίκες και τα παιδιά φονεύθηκαν ως αντίποινα μετά τις τουρκικές σφαγές της Χίου (Κ. Δεληγιάννης, ό.π., τ. Α’, σ. 277).

Η έννοια του «θανάτου» στην Ελληνική Επανάσταση (1821-1832), καταδικάζει ρητά «τας επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς απανθρωπίας των Ελλήνων». Πρέπει να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι η ομαδική σφαγή δεν ήταν, ασφαλώς, νεωτερική πρακτική. Οι μαζικές σφαγές και η γενοκτονία (με τη διασταλτική έννοια) είναι εγγενείς στην ανθρώπινη εξέλιξη, από την προϊστορία ώς τις μέρες μας, και παραδείγματά τους εντοπίζονται σε όλη της διαδρομή της Ιστορίας: από την κατασκαφή της Τροίας και της Καρχηδόνας στην εξόντωση των Ινκας, των Μάγια και των Αζτέκων τον 16ο αιώνα, στους διωγμούς της Μεταρρύθμισης έως τις σφαγές της Τριπολιτσάς, της Χίου, του Μεσολογγίου και παραπέρα. Αυτό που ήταν καινούργιο το 1821 ήταν η στόχευση της μαζικής εξόντωσης και η πολιτική εργαλειοποίησή της. Ο Φίνλεϋ υποστηρίζει (ατεκμηρίωτα, κρίνοντας προφανώς εκ του αποτελέσματος και με αρκετή δόση υπερβολής) πως οι επαναστατημένοι Ελληνες έθεσαν σε εφαρμογή τις προτροπές των Φιλικών για ολική εξόντωση των Τούρκων σε μια έκταση που εκτεινόταν από το Ταίναρο έως τον Σπερχειό. Γεγονός πάντως είναι ότι η ελληνική νίκη πρακτικά σήμανε την εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τους μουσουλμάνους κατοίκους της, οι οποίοι αριθμούσαν το 1821 πάνω από 40.000 ψυχές. Αφετέρου, ο Φίνλεϋ καταθέτει την (ανεπιβεβαίωτη ιστορικά) φήμη πως «ο Ιμπραήμ σχεδίαζε τη βαθμιαία μετακίνηση όλου του Ελληνικού πληθυσμού από την Πελοπόννησο και τον εποικισμό της με μουσουλμάνους Αλβανούς και Αραπάδες. Αυτός ήταν πραγματικά ο μόνος τρόπος που μπορούσε να ολοκληρώσει και διατηρήσει ο Αιγύπτιος πασάς την κατάκτησή του».

Ο Μακρυγιάννης -για να εξυψώσει το μέγεθος της επιτυχίας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα- αναβιβάζει τους νεκρούς Οθωμανούς της περιόδου 1821-1832 σε 400.000. Ο συνολικός αριθμός των μουσουλμάνων-θυμάτων της Ελληνικής Επανάστασης εκτιμάται από έναν άλλον ιστορικό σε 25.000. Οι αριθμοί αυτοί δύσκολα ελέγχονται, αλλά αποτελούν μια ένδειξη για το μέγεθος του «θανάτου». Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της Επανάστασης ήταν η εκκαθάριση του κατοχυρωμένου ελληνικού «εθνικού» χώρου από τους μουσουλμάνους κατοίκους του. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της κυβέρνησης Καποδίστρια, από τους 42.740 «Τούρκους» που κατοικούσαν στην Πελοπόννησο το 1821, τον Οκτώβριο του 1828 δεν είχαν απομείνει «ειμή άτομα 109.. Αντίστοιχα, στο σαντζάκι της Εύβοιας (που περιελάμβανε την Αττική, τη Βοιωτία, τη Λοκρίδα και τη Δωρίδα) από τους 13.360 «Τούρκους» είχαν απομείνει σχεδόν οι μισοί (6.730). Στο σαντζάκι της Ναυπάκτου (που κάλυπτε την Ευρυτανία και μέρος της Ακαρνανίας) από τους 5.445 πιστούς του Ισλάμ είχαν απομείνει 4.470, ενώ στο σαντζάκι του Καρλελίου (που περιελάμβανε το Μεσολόγγι, το Ξηρόμερο, τον Βάλτο και γενικότερα το μεγαλύτερο μέρος της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας) από τους 2.060 μωαμεθανούς είχαν απομείνει μόνον 250.

Με τη σταδιακή αποχώρηση των οθωμανικών φρουρών από τη Στερεά και την Εύβοια, από το 1829 έως το 1833, συνάγεται ότι φονεύθηκαν ή εγκατέλειψαν την επικράτεια του ελληνικού εθνικού κράτους περί τους 63.615 γηγενείς μουσουλμάνοι (σε σύνολο περίπου ενός εκατομμυρίου κατοίκων, δηλαδή το 6% του προεπαναστατικού πληθυσμού). Τα αντίποινα, η λεηλασία και ο «θάνατος» άγγιξαν και τους Εβραίους της Πελοποννήσου (κυρίως λόγω της συμμετοχής ομοφύλων τους στην εκτέλεση του Γρηγορίου Ε’) κατά την Αλωση της Τριπολιτσάς διασώθηκαν μόλις δέκα από τις περίπου πενήντα εβραϊκές οικογένειες της πόλης. Οφείλουμε, ωστόσο, εδώ να υπογραμμίσουμε ότι η προοπτική της συλλογικής εκδίωξης των μουσουλμάνων από τον επαναστατημένο Μωριά δεν ήταν η μοναδική πολιτική προοπτική ή, τουλάχιστον, όχι δεδομένη. Το ριζοσπαστικό επαναστατικό πρόγραμμα του Ρήγα Βελεστινλή απέβλεπε αφενός στην κατάλυση των υφιστάμενων δεσποτικών πολιτικών δομών, αφετέρου όμως προέβλεπε τη διατήρηση του πολυεθνοτικού χαρακτήρα των πληθυσμών της.

Ο επιφανέστερος εκφραστής της ριζοσπαστικής πρότασης του Διαφωτισμού οραματίστηκε την παμβαλκανική αδελφοσύνη, τη συναδέλφωση «Χριστιανών και Τούρκων» στον κοινό αγώνα για την ελευθερία και έδινε στο «έθνος» πρωτίστως κοινωνικό (και όχι εθνοπολιτισμικό) περιεχόμενο, ταυτίζοντάς το με τις λαϊκές μάζες («το πλήθος του λαού»). Η «Ελληνική Δημοκρατία» θα εδραζόταν σε ενιαία και αδιαίρετη εδαφική βάση, και πολιτειακό θεμέλιό της θα ήταν η ισονομία («ισοτιμία»), δεν θα γινόταν δε ανεκτή καμία διάκριση θρησκείας, γλώσσας, φυλής ή εθνικής καταγωγής («Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου. Ελληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλον είδος γενεάς»). Ο Κοραής από την πλευρά του, παρά τα κελεύσματά του για αντεκδίκηση, ενστερνιζόταν την πρόβλεψη για θρησκευτική ανεκτικότητα, καθώς ζητούμενο για τον Κοραή ήταν πολλώ μάλλον η «Ισονομία», τόσο για τους Γραικούς όσο και για τους Τούρκους, και η μεταπολεμική ομαλή συμβίωσή τους υπό καθεστώς ισοπολιτείας. Στο Σάλπισμα πολεμιστήριον (η συγγραφή του οποίου, όπως σημειώνει ο ίδιος, ολοκληρώθηκε στις 20 Αυγούστου 1821) προέτρεψε ως εξής τους επαναστατημένους ομοεθνείς του: «Αλλά σπλαγχνίσθητε τον ήσυχον Τούρκον όστις ζητεί την σωτηρία του με την φυγήν, ή ευαρεστείται να μέν{ν}η εις την Ελλάδα, υποτασσόμενος εις νόμους δικαίους, και γευόμενος και αυτός τους καρπούς της ελευθερίας, καθώς οι Γραικοί, καθώς και αυτοί της Αιγύπτου οι Τούρκοι».

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, οι πολιτικές επιλογές του Ρήγα και του Κοραή σύντομα εγκαταλείφθηκαν. Στις 18/30 Οκτωβρίου 1828 η κυβέρνηση Καποδίστρια διεμήνυσε προς τις Δυνάμεις: «Οι Τούρκοι και οι Ελληνες διδαγμένοι από τα ίδια των δυστυχήματα ήθελαν αναγνωρίσει εκ συμφώνου, ότι είναι απολύτως αδύνατον να συζήσωσιν εις το εξής επί της αυτής εκείνης γης, όπου επολέμησαν».

Η προοπτική του εθνικού διαχωρισμού άρχισε να μορφοποιείται θεσμικά με το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (4 Απριλίου 1826), το οποίο προέβλεπε ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί θα εγκατέλειπαν τη νέα επικράτεια και ότι οι Ελληνες θα εξαγόραζαν τις περιουσίες των Τούρκων στην ηπειρωτική χώρα και στα νησιά. Η Συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827), η οποία αποτύπωνε την απόφαση των Δυνάμεων «να θέσουν πέρας εις την αιματοχυσίαν και να εμποδίσουν τα παντοειδή κακά, τα οποία δύνανται να προέλθουν από την συνέχισιν τοιαύτης καταστάσεως», ενσωμάτωσε και νομιμοποίησε (στο άρθρο 2) αυτή τη νεωτερική πολιτική πρακτική: Διά να κατορθωθή εντελής διαχωρισμός μεταξύ των ατόμων των δύο εθνών και διά να προληφθούν αι συγκρούσεις, αι οποίαι είναι το αναπόφευκτον επακόλουθον τόσον πολυχρονίου πάλης, οι Ελληνες θέλουν καταστή κύριοι της τουρκικής ιδιοκτησίας, της τε επί της ηπειρωτικής και της επί των Νήσων της Ελλάδος κειμένης, επί συμφωνία τού να αποζημιώσουν τους πρώην κτήτορας ή διά της πληρωμής ετησίου τινός ποσού, όπερ θέλει προστεθή εις τον φόρον τον καταβληθησόμενον εις την Πύλην, ή δι’ άλλης τινός συμφωνίας της αυτής φύσεως. Η Συνθήκη του Λονδίνου, πέραν της αυτονομίας και της ανακωχής, θεσμοθετούσε, στο δημόσιο Διεθνές Δίκαιο των Ελλήνων, την εθνική ομοιογένεια. Τόσο το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 10ης/22ας Μαρτίου 1829, όσο και το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας (3 Φεβρουαρίου 1830) περιείχαν επίσης ρήτρες περί αμοιβαίου «δικαιώματος μεταναστεύσεως». Η τελευταία διεθνής νομική πράξη που  αφορούσε την ίδρυση (και την οροθεσία) του ελληνικού εθνικού κράτους, η Συνθήκη «οριστικού συμβιβασμού» μεταξύ των τριών συμμαχικών Δυνάμεων και της Πύλης (εν Κωνσταντινουπόλει, 27 Ιουνίου /9 Ιουλίου 1832), επεξέτεινε το ξερίζωμα των μουσουλμάνων από τις εστίες τους στις περιοχές της Ανατολικής Στερεάς και της Εύβοιας (στη βάση πάντα της εθελουσίας μετανάστευσης).

Η νεωτερική, εκκοσμικευμένη και πολιτικοποιημένη έννοια του «θανάτου» είχε, επομένως, στα κείμενα των Ελλήνων επαναστατών πολλές πτυχές (ισοδυναμούσε νοητικά με την πολιτική υποταγή στον Οθωμανό κυρίαρχο, τη «δουλεία», την «τυραννία», την «ολιγαρχία», όπως επίσης και με τη συλλογική εξόντωση μιας εθνοπολιτισμικής ομάδας), καθώς και νέες πρακτικές πολιτικές προεκτάσεις: τον εθνικό διαχωρισμό και την ανταλλαγή πληθυσμών, οι οποίες άγγιξαν τα όρια τής (με σύγχρονους όρους) εθνοκάθαρσης. Βασικοί συντελεστές αυτών των πολιτικών μεταμορφώσεων του «θανάτου» ήταν η αχαλίνωτη πολεμική βία και η εθνικιστική ιδεολογία. Οι συνέπειες του εθνικιστικού ιδεώδους υπήρξαν βαθύτατες. Ο εθνικισμός έφερε μια νέα, αδυσώπητη πραγματικότητα, που δεν συγχωρούσε διπλωματικά λάθη, πολεμικές αποτυχίες και συμβιβασμούς. Οπως δηλωνόταν στην αίτηση προστασίας προς τη Μεγάλη Βρετανία (γνωστή ως «Πράξη Υποταγής», 24 Ιουλίου 1825), «οι Ελληνες, εις τοιαύτην γενναίαν μάχην, ή πρέπει να εκβώσιν από ταύτην νικηταί, ή θέλουν είσθαι τελείως αφανισμένοι, επειδή ουδέν μέσον είναι».

Οποιαδήποτε αποτυχία στον πόλεμο φάνταζε όλο και πιο αδρά να σημαίνει τον «θάνατο», τόσο τον «πολιτικό» όσο και τον κυριολεκτικό, δηλαδή την αδιάκριτη συλλογική εξόντωση ή τη μαζική εκδίωξη του ηττημένου αλλοεθνούς πληθυσμού. Στην πάροδο του ιστορικού χρόνου, οι παραπάνω όψεις του «θανάτου» απέκτησαν ακόμη πιο ριζοσπαστικές προεκτάσεις: από συγκυριακές (εν καιρώ πολέμου) τάσεις μορφοποιήθηκαν σταδιακά σε μονιμότερες πολιτικές πρακτικές, ακόμη και εν καιρώ ειρήνης. Το 1830 οι νέες πραγματικότητες που επρόκειτο, μεταγενέστερα, να φέρει ο 20ός αιώνας (πογκρόμ, εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες) αποτελούσαν πολύ μακρινές εξελίξεις. Ο «θάνατος» των Ελλήνων είχε αποφευχθεί και μια μακρά περίοδος πολιτικής ζωής για το ελληνικό έθνος ξεκινούσε. Η κατάκτηση της «ελευθερίας» αναζωπύρωσε το παλαιό διανοητικό μοτίβο της «αναγεννήσεως του Γένους» (που απαντά στον Ρήγα, στον Ερμή τον Λόγιο, στον Κοραή, στην Ελληνική Νομαρχία, και αλλού), και το δίλημμα «ελευθερία ή θάνατος» μετατράπηκε στην εξίσωση: «ελευθερία»=«ανάσταση». Η αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας ισοδυναμούσε με «ανάσταση» του ελληνικού έθνους από τον μακραίωνο «πολιτικό θάνατο». Ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί γλαφυρά το διπολικό ερμηνευτικό σχήμα του πολιτικού «θανάτου» και της «ανάστασης»: «αναστήθηκαν οι απόγονοι» των αρχαίων Ελλήνων, «οπού ήταν χαμένοι και σβησμένοι από τον κατάλογον της ανθρωπότητος», καθώς «ο Θεός θέλησε να κάμη νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώση από την τυραγνίαν των Τούρκων».

Ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος, σε πανηγυρικό λόγο του την 25η Μαρτίου 1846, εξύμνησε «τον μυστηριώδη φοίνικα της ελληνικής παλιγγενεσίας» και υποκλίθηκε «εμπρός της μεγάλης ιδέας της αναστάσεως όλου του Γένους». Το ίδιο μοτίβο, της «νεκρώσεως», δηλαδή της «δουλείας», του «πολιτικού θανάτου» και της «αναστάσεως του ελληνικού Εθνους από του κοιμητηρίου των αιώνων» εντοπίζεται στον πανηγυρικό λόγο και άλλων  παλαιμάχων του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η γλωσσικά διαμεσολαβημένη αυτή αλληγορία, η οποία αφομοίωνε και μετέπλαθε παραδοσιακές μορφές θρησκευτικότητας, σηματοδοτούσε την «ιεροποίηση» της ελληνικής πολιτικής, ένα κοινό φαινόμενο που  συναντάμε συχνά στον εθνικιστικό λόγο των ευρωπαϊκών λαών στη διάρκεια του 19ου και (εντονότερα) στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η διανοητική αυτή σύλληψη του «θανάτου» και της «ανάστασης» καταδεικνύει ότι η ωρίμαση της εθνικής αυτοσυνειδησίας των Ελλήνων -χωρίς να επιφέρει την κατάλυση του θρησκευτικού τους συναισθήματος- συνδέθηκε άρρηκτα με την πορεία τους προς την εκκοσμίκευση. Η ιδέα του έθνους έχει την ικανότητα να μεταμορφώνει το μοιραίο του θανάτου σε συνέχεια, το τυχαίο της ανθρώπινης απώλειας σε εκκοσμικευμένη ιστορική αποστολή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΘΗΝΑ. Eφυγε την Κυριακή από τη ζωή ο γλύπτης και εικαστικός Γιάννης Μαρκαντωνάκης σε ηλικία 72 ετών, έχοντας αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στη χανιώτικη κοινωνία και την Κρήτη ολάκερη.

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

Αντίλογος

Παρενέβη, διαβάζω, ο υπουργός Υγείας, Θάνος Πλεύρης, για να τεθεί σε διαθεσιμότητα ο δημόσιος υπάλληλος που συνελήφθη για εμπλοκή του στην υπόθεση της 12χρονης στα Σεπόλια.

Εκδηλώσεις

ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ. Μέσα σε ιδιαίτερα συγκινητικό κλίμα πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 18 Ιουνίου η τελετή αποφοίτησης της 8ης τάξης του Ημερήσιου Ελληνικού Σχολείου “Αργύριος Φάντης” στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Μπρούκλιν.

Πολιτισμός

Η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας Μαρίνα Πλούμπη, μας χάρισε φέτος ένα παιδικό βιβλίο ξεχωριστό και μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα.

ΒΙΝΤΕΟ