GR US

«Τα Φλούδια», το διήγημα του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου

Ευρωκίνηση

Απονομή του Παράσημου του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο στον Νικόλαο Τριανταφυλλόπουλο, Φιλόλογο και Συγγραφέα.(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

Προλογικό σημείωμα

Το διήγημα γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1961 στην Κύπρο και ταχυδρομήθηκε στο περιοδικό Σκαπάνη, που τον Ιανουάριο θα έμπαινε στη δεύτερη χρονιά της. Αριθμούσε μόλις 9 τεύχη, αλλά είχε κιόλας δεχτεί ομαδικά πυρά πανταχόθεν.

«Τα φλούδια…», απάντηση στην εγκύκλιο ενός Γενικού Επιθεωρητή της Μέσης Εκπαιδεύσεως (δες αποσπάσματά της στο βιβλίο Μεταπολεμικά Νεανικά Περιοδικά, Αντίποδες, Αθήνα 2015), δεν δημοσιεύτηκαν. Μου τα επέστρεψε ο Χρήστος Γιανναράς με συνημμένο το ακόλουθο σημείωμα του Α.Α. Ασπιώτη, ψυχίατρου και επόπτη της Σκαπάνης:

«Είναι πολύ ωραίο και θαυμάσια γραμμένο. Αλλά είναι φανερή η Αξίνη – Σκαπάνη. Και νομίζω πως θα πολεμηθή και πάλιν η κυκλοφορία στα σχολεία και θα συνασπίσωμε τους επιθεωρητάς κ.λπ. εναντίον μας, ενώ δεν είναι όλοι έτσι.

Ας το αφήσωμε λοιπόν το διήγημα επί του παρόντος για αργότερα, όταν θα έχη στηριχθή το περιοδικό.

Α.»

Κάτω από το σημείωμα ο Χ.Γ. έγραψε αυτές τις λέξεις:

«Αυτό μόνο για σένα. Μετά σκίτσο».

Η Σκαπάνη δεν στηρίχθηκε ούτε πολυχρόνισε. Αλλά πρέπει να είμαστε δίκαιοι: για την διακοπή της έκδοσής της δεν ήταν υπεύθυνοι οι επιθεωρητές, αλλά το οικείο της περιβάλλον. Οσο για το διήγημα, τώρα που το αντέγραψα, δίχως ν' αλλάξω τίποτε άλλο, εκτός από την οξεία ενός ερωτηματικού πώς, διαπίστωσα ότι, παρά τους επαίνους του Ασπιώτη, ελάχιστα απέχει από πρωτόλειο δεκαεφτάχρονου μαθητή εκείνης της εποχής.1 Ωστόσο αποτελεί μια μαρτυρία και θα έπρεπε να είχε περιληφθεί, μαζί με τα «Χειμωνιάτικα χελιδόνια», δημοσιευμένα στο 3ο φύλλο της Τύρβης, στο τομίδιο που ανέφερα εν παρενθέσει πιο πάνω. Τα είχα λησμονήσει και τα δύο.

Διατηρώ την ορθογραφία την οποία ακολουθούσα τότε. Ο,τι δεν καταλαβαίνω τώρα είναι οι ασυγχώρητες πλάγιες βολές μου κατά του Κόντογλου και της Βυζαντινής μουσικής. Αμαρτίες προκεχωρημένης νεότητός μου μη μνησθής, Κύριε.

Ο Α.Α. Ασπιώτης είχε διορθώσει το «συνόλου προσωπικότητος» σε «συνόλΗς». Τα λεξικά μαρτυρούν και το σύνολος και τη συνόλη για το θηλυκό γένος. Κρατώ τη γραφή του Ασπιώτη.

Ν.Δ.Τ.

1. Επιχείρησα αργότερα να το ξαναγράψω, αλλά όλες οι προσπάθειες απέτυχαν.

Ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος γεννήθηκε το 1933 στο Διδυμότειχο. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του: Για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, εκατό χρόνια από τη γέννησή του, εκδ. Ικαρος, Αθήνα 2016.

Ευρωκίνηση

Απονομή του Παράσημου του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο στον Νικόλαο Τριανταφυλλόπουλο, Φιλόλογο και Συγγραφέα.(EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

Ηταν νευριασμένος εκείνο το πρωί. Είχε καλοκοιμηθή, η γυναίκα του είχε πετύχει την ιδανική αναλογία καφέ και ζάχαρης, οι προοπτικές για το μεσημέρι ήταν ελπιδοφόρες – είχαν το χρώμα των φρέσκων μπιζελιών…

Όμως ένιωθε πολλή νευρικότητα.

Κρατούσε τον χαρτοφύλακα με τη συνηθισμένη μεγαλοπρέπεια –αυταρχικότητα καλύτερα, γιατί ο χαρτοφύλακας ήταν είδος υποτελούς- κι είχε φορέση το «προσήκον» ύφος. Το κουστούμι δεν τον έκανε να δυσανασχετή. Εγγλέζικο πράγμα, Μοχέρ κρύσταλλο –ο ράφτης είχε απορήσει με το γούστο του.

Ηταν αμφίβολο πάντως αν θάβρισκε τη φόρμα του για τα φρέσκα μπιζέλια.

- Μπαμπά, είχε πει η κόρη την ώρα που ετοιμαζόταν να φύγη για το γραφείο του, μπαμπά, θάταν θαυμάσιο νάχαν κι οι εκπαιδευτικοί διακριτικά του βαθμού τους!.. Σκέψου να σε βοηθούσα τώρα να φορέσης την στολή σου, στολή επιθεωρητού…

Αυτό δεν ήταν κουβέντα, δεν ήταν σκέψη, ήταν άλγος. Αλγος για την άνιση μεταχείριση των οργάνων της κρατικής μηχανής, που με τόση οξύνοια είχε επισημάνει η Σούζη.

Ο χαρτοφύλακας, το «προσήκον» ύφος, το Μοχέρ… Καλά και άγια. Μα τα φοράει κι ο υπαλληλάκος της Τραπέζης. Με μια θυσία πετυχαίνει κι ο ληξίαρχος τούτη την ενδυματολογικήν εξίσωση… Εδώ έχουμε άμεση ανάγκη του κρατικού παρεμβατισμού, όχι μόνο στα οικονομικά. Πρέπει να επεκταθή και σ' άλλους τομείς, να μας συμμορφώση, να μας νοικοκυρέψη, να μας κατατάξη. Ναι, μπράβο… Αυτή είναι η σωστή έκφραση: Να μας κα-τα-τά-ξη. Διαιτολογικά, ενδυματολογικά από άποψη κατοικίας και ύφους…

Για την τροφή έκανε μια παραχώρηση: την Κυριακήν θα μπορούσαν να τρων φρέσκα μπιζέλια και οι basses classes. Εστω, και βούτυρο. Αλλά για το ντύσιμο, ε, ερρ' ες κόρακας, δεν είμαστε όλοι ίσοι κι όμοιοι… Το ύφος πάλι; Παραδέχεται πως, σε μιαν εποχή, που η εσωτερική πειθαρχία είναι δώρο των εκλεκτών, δεν θα μπορούσε το κράτος με εξωτερικούς πειθαναγκασμούς να επιβάλη κι εδώ ταξική διάκριση. «Κύριε, συλλαμβάνεσθε δι' αντιποίησιν ύφους! Δεν είστε παρά γραμματεύς Ειρηνοδικείου και εμφανίζεσθε με ύφος Αρεοπαγίτου…».

Εθνικός Κήρυξ

Ο φιλόλογος καθηγητής, Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος - στην πρώτη σειρά, πρώτος από δεξιά- με ένα μέρος των μαθητών της τάξης την οποία δίδαξε για έξι χρόνια στο Γυμνάσιο του Κάστρου (Μύρινα) Λήμνου, στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μια τάξη που τον ευγνωμονεί, όχι μόνο για τις γνώσεις, αλλά και για το παράδειγμα του χαρακτήρα του που τους ενέπνευσε.

Όχι, όχι! Τόβλεπε σαφώς. Ηταν ανεπίτευκτη μια τέτοια αστυνόμευση. Θα χρειαζόταν μακροχρόνια κι επίπονη άσκηση των οργάνων, που θ' αναλάμβαναν αυτό το έργο. Και το βάρος για τον κρατικό προϋπολογισμό δεν θάταν μηδαμινό…

Τα άλλα παρουσιαζόντουσαν ευκολώτερα. Θάβρισκε όμως αυτιά ευαίσθητα σε εισηγήσεις για τέτοιας μορφής σπαρτιατικούς παρεμβατισμούς; Σε μιαν εποχή αχαλινώτων απαιτήσεων για «ατομικές ελευθερίες» -ακατανόητος αυτός ο παροξυσμός- θα τον μυκτήριζαν. Είναι βέβαιος για τον μυκτηρισμό, δεν είναι απροσγείωτος.

Κι όμως άξιζε ένας τέτοιος ονειδισμός. Δεν θάταν άλλωστε ο πρώτος, που εμπαίζεται για μιαν υψηλήν έμπνευση. Ο κλήρος της σοφίας ήταν πάντα πικρός…

Αλλά τι τα θέλεις; Μεγάλη κι απλή η κουβέντα της Σούζη. Διακριτικά βαθμού και για τους εκπαιδευτικούς θάταν το πρώτο σκαλί για ένα κράτος πειθαρχημένο κι όχι αμπέλι ξέφραγο.

Το θέμα τον γοήτευε ακαταμάχητα. Αισθανόταν πως ξανάρχεται η ευεξία.

Μετά τα μπιζέλια θα καταπιανόταν με τα διακριτικά –ώς τις έσχατες λεπτομέρειές τους…

***

Στο γραφείο έφτασε με μικρή καθυστέρηση.

- Υπογράψτε, κύριε, πρότεινε χαιρέκακα ο κλητήρας το «βιβλίο προσελεύσεως προσωπικού». Μα σαν σήκωσε το κεφάλι και τον είδε, τινάχθηκε και στάθηκε σε άψογη κι αμήχανη προσοχή.

Χαμογέλασε. Αυτό είναι πειθαρχία, συλλογίστηκε.

Τον περίμεναν κάμποσα χαρτιά, μα εκείνη η απολαυστική της διεκπεραίωσής τους του έλειπε σήμερα. Το μυαλό του ξεστράτιζε. Επιασε ένα έγγραφο.

«…Δέον, προς τούτοις, όπως οι επιθεωρούντες προσέχωσι και την συνόλην προσωπικότητα του διδάσκοντος…».

Ωραία, αυτό μας έλειπε! Όχι, κύριε Πρόεδρε του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, την ξέρουμε τη δουλειά μας. Τριανταεπτά συναπτά έτη υπηρεσίας, εξ ων τα πέντε εις τον βαθμόν του επιθεωρητού. Στο στρατό θάταν οπωσδήποτε ταξίαρχος με σειρά υποστρατήγου. Ητοι, «ξίφη διασταυρούμενα μετ' αδαμαντοκολλήτου αστέρος»… Μάλιστα! Αυτό λέγεται σαφής διάκριση του βαθμού…

Η Σούζη είχε πέρα ώς πέρα δίκιο. Χωρίς διακριτικά φαινόταν η υπόλοιπη υπαλληλία σα χέρι με όλα τα δάχτυλα ίσα… Χωρίς αναβολή έπρεπε να καθορισθούν. Για τους εκπαιδευτικούς θα ήταν… θα ήταν… Όχι ξίφη, φυσικά. Το έργον μας είναι ειρηνικόν. Συνεπώς αποκλείονται a priori τα ξίφη. Αστέρες ναι, μα οι στρατιωτικοί θα μιλούσαν για αντιγραφή… «Ο αντιγράφων τιμωρείται διά μηδενισμού του γραπτού και μειώσεως της διαγωγής του εις κοσμίαν…», ξεστράτισε πάλι. Ε, όχι και να μας βάλουν οι γαλονάδες κοσμίαν! Δεν πρόφτασε να γελάση, γιατί συνειδητοποίησε πόσο επικίνδυνη αιχμή θα ήταν μελλοντικά το «γαλονάδες»…

Χτύπησε η πόρτα και μπήκε ο γραμματέας του.

- Κύριε επιθεωρητά, πάλι φασαρίες, όπως τηλεφωνούν από το Β' Θηλέων.

- Δηλαδή;

- Οι τελειόφοιτες αρνήθηκαν να κεντήσουν στην μπλούζα τους κουκουβάγια.

- Γλαύκα, κύριε Δημητριάδη, γλαύκα!..

- Μάλιστα, γλαύκα, κύριε επιθεωρητά.

- Σε επληροφόρησεν ο γυμνασιάρχης διά τον λόγον της αρνήσεως;

- Οι μαθήτριες των μικροτέρων τάξεων, που συνεμορφώθησαν, παρεπονέθησαν ότι οι μαθηταί τις είπαν «κουκουβάγιες»…

- Γλαύκας! Βιάστηκε να ξαναδιορθώση.

- Επιτρέψτε μου, μάλλον «κουκουβάγιες». Δεν ξέρουν τόσο καλά τα τριτόκλιτα.

- Κακώς, θα ημπορούσατε να είπητε –τον είχε συνεπάρη πάλι η καθαρευουσιάνικη έξαρση- «κομίζω κουκουβάγιαν εις τας Αθήνας»;

- Κύριε επιθεωρητά…

- Παρακαλώ! Εδει να τας αποκαλέσουν γλαύ…

Τον έκοψε το δειλό χαμόγελο του γραμματέα του. Ασφαλώς παρηρμήνευε ο γραμματεύς την φράσιν. Υπήρχε φόβος να τον εκλάβη ως συνένοχον των μαθητριών, εφ όσον υπεδείκνυε ο ίδιος τον ορθόν τύπον του ονειδισμού…

- Να τηλεφωνήσετε του γυμνασιάρχου να διεξάγη ανακρίσεις. Να υποβληθή εις την Επιθεώρησιν πλήρες πόρισμα. Και να ανοίξετε ειδικόν φάκελον «υπόθεσις γλαυκών».

- Μάλιστα, κύριε επιθεωρητά, είπε φεύγοντας ο γραμματεύς.

Εάν ήμεθα εις τον στρατόν, συνέχισε και στις σκέψεις του την καθαρεύουσα, θα είχε κάμει κανονικήν μεταβολήν μετά κτυπήματος της πτέρνης ηχηρού…

Τι ήταν πάλι αυτό με τις «κουκουβάτιες»; - τας γλαύκας, διώρθωσε αμέσως. Η πειθαρχία διασαλεύεται επικινδύνως. Επόμενον, αφού, συν τοις άλλοις, λείπει και το δέος, το οποίον προκαλούν τα διακριτικά…

Όχι αστέρες βεβαίως, αποκλείονται. Αλλά τι;

Γλαύκες! αναπήδησε ξαφνικά. Κεφαλή γλαυκός, του ιερού της Παλλάδος πτηνού. Καθάρισε τη μύτη του μ' ενθουσιασμό! Τα πράγματα έμπαιναν σε τάξη. Χαλκή γλαυξ διά τους κατωτέρους, αργυρά διά τους γυμνασιάρχας, επίχρυσος διά τους επιθεωρητάς και εκπαιδευτικούς συμβούλους… Φυσικά υπήρχε ακόμη ένα πλήθος λεπτομερειών. Το χρώμα των επωμίδων, το είδος της επισήμου και καθημερινής στολής… Είχε καιρό όμως. Θα ζητούσε και την γνώμη της Σούζη.

Το ρολόι χτύπησε ενιάμιση κι ο γραμματέας την πόρτα.

- Κύριε επιθεωρητά, να σας υπενθυμίσω ότι στις 10 παρά 5' θα επιθεωρήσετε τον κ. Δεβελέγκα.

***

Θα του έδινε σήμερα ένα ακόμη μάθημα. Την προηγούμενη φορά τον είχε επιθεωρήσει στα Νέα Ελληνικά. Η τάξη είχε παρακολουθήσει με αμείωτο ενδιαφέρον τον «Αμερικάνο» του Παπαδιαμάντη. Υστερα έγινε ζωηρή συζήτηση. Φαίνεται ότι ο νεαρός –πρωτοδιωρισμένος ήταν- θάχε προπαρασκευάσει τις ερωτήσεις κι απαντήσεις. Δεν θα του περνούσε όμως κι άσε να λένε «περί συνόλης προσωπικότητος του διδάσκοντος».

Είχε πάρει τον λόγο, μόλις τελείωσε η συζήτηση.

- Ποιος ημπορή να κλίνει το επίθετον «ο γυμνόπους», το οποίον μεταχειρίζεται εν τω διηγήματι ο Παπαδιαμάντης; Εσύ, έδειξε αμέσως έναν μαθητή, που πριν πρωτοστατούσε στη συζήτηση.

- Εγώ; Μάλιστα… Ο γυμνόπους, του γυμνόποδος, τω γυμνόποδι… τον γυμνό…

- Την αιτιατικήν, λοιπόν, την αιτιατικήν! Αμφιβάλλεις. Δικαίως, αλλ' εγώ ουδόλως αμφιβάλλω. Είμαι πεπεισμένος ότι ουδέ στοιχειώδη γλωσσικήν επεξεργασίαν έκαμες εν οίκω. Αλλά, νέε μου, ο Παπαδιαμάντης δεν είναι διά βαρβαροφώνους.

Βουβαμάρα. Ο καθηγητής τον κοίταζεν ενεός. Το αριστερό του βλέφαρο έπαιζε ακανόνιστα. Πάλι είχαν κοκκινήσει τα ευαίσθητά του σημεία, ο λαιμός και τα χέρια. Πήγε κάτι να πη, ύστερα με ηρωική προσπάθεια το αναρρόφησε.

- Λοιπόν, νέοι μου, ξανάπε ηπιώτερα, αφού απόλαυσε τον θρίαμβό του, μην αρκείσθε εις επιφανειακάς και ατελευτήτους συζητήσεις. Ουδέν ουσιαστικόν στοιχείον εις όσα προλαβόντως ελέχθησαν. Εμβαθύνατε εις τα γλωσσικά φαινόμενα.

Αν ήταν έξυπνος ο καθηγητής, ασφαλώς θα εννόησε. Και θα ετρομοκρατήθη! Διάβολε, χρειάζεται και ο φόβος. Η πειθαρχία απαιτεί να χρησιμοποιώμεν και τέμνοντα όργανα: Τον πέλεκυν, την μάχαιραν, την αξίνην…

Η τελευταία λέξη τούφερε κάποια δυσφορία. Θύμιζε κάτι δυσάρεστο…

Υστερα ξεκαθάρισε το πράγμα. Ηταν η «Αξίνη», εκείνο το περιοδικό… Ο μητροπολίτης τον είχε επειγόντως καλέσει. Στη σύσκεψη ήταν κι ο πρωτοσύγκελλος κι ο διευθυντής της Πιστωτικής Τραπέζης, που πέθαινε για κουρσάρικες ιστορίες σε ύφος συναξαρίου…

- Διαβρωτικώτατον φυλλάδιον! είχε αποφανθεί ο μητροπολίτης.

- Και ο τίτλος μαρτυρεί για τις εμπαθείς του προθέσεις. Πάει να χτυπήση ίσια στη ρίζα του κακού, είπε ο τραπεζιτικός.

- Δηλαδή του καλού θέλετε να πήτε, τον διόρθωσε ο μητροπολίτης.

- Μάλιστα… βέβαια, του καλού μας και ευγενούς…

- Χριστεπωνύμου πληρώματος, πρόλαβε ο πρωτοσύγκελλος πούγραφε ένα προσχέδιο της εγκυκλίου.

- Και της αγνής μας και ευέλπιδος μαθητιώσης νεολαίας, συμπλήρωσε αυτός.

- Γράψε επίσης, είπε ο μητροπολίτης, ότι «θερμώς και πατρικώς προτρεπόμεθα το ημέτερον θεοφιλές ποίμνιον, όπως μετά βδελυγμίας αποστραφή την κομμουνιστικήν ταύτην λύμην…». Σκεφθήτε, τέκνα μου, γύρισε στους άλλους. Εχει ξεσπαθώσει υπέρ των εγχρώμων! Ως να έλειπον τα φλέγοντα θέματα, ως να ευρισκόμεθα εις την καρδίαν της Αφρικής… Εδώ ταλανιζόμεθα με το θέμα της εκκλησιαστικής μουσικής –θέμα εθνικής επιβιώσεως εν εσχάτη αναλύσει- και οι συντάκται του εντύπου τούτου δικηγορούν υπέρ των Ζουλού!..

- Και με ποίαν ωμότητα εις τας εκφράσεις! Θα ηδύναντο να μεταχειρισθώσι κοσμιωτέραν έκφρασιν αντί της «ας του βγάλη ο διάβολος τον επικίδειο». Υπάρχει άλλωστε πληθύς συνωνύμων και αντιθέτων…

Ο πρωτοσύγκελλος είχε γελάσει πονηρά. Βέβαια, αυτό το «συνωνύμων και αντιθέτων» ήταν κατάλληλο για τα Νέα Ελληνικά, όχι για τη σύσκεψη.

Ο τραπεζιτικός ένοιωθε άσχημα. Μέσα σε τόσην γλωσσικήν ευκινησία, οι δικοί του όροι δεν του πρόσφεραν καμμιάν επικουρία. Εκανε μιαν προσπάθεια να πετύχη κάποιο χαρακτηρισμό.

- Να επισημανθεί και ως πορνογραφικό, Σεβασμιώτατε, είπε.

- Εγράφη εκ των πρώτων! τον απογοήτευσε ο πρωτοσύγκελλος.

Η εγκύκλιος είχε κυκλοφορήσει και αναγνωσθή ευρύτατα. Ηταν περήφανος κι αναπαυμένος. Είχε βοηθήσει σημαντικά στην ανάσχεση της διαφθοράς. Τώρα έβλεπε καθαρά το μέγεθος της φθοροποιού επιδράσεως του περιοδικού: Εκλόνιζε εκ θεμελίων την παγκόσμιον τάξιν! Αν και οι έγχρωμοι… Ενας Πλάτων μαύρος, ή ένας Θουκυδίδης ερυθρόδερμος… Ούτε για αστείο δεν επιτρεπόταν τέτοια σκέψη. Τι θα παρέμενε όρθιο, αν αφήναμε να γεννηθή ένας Πλάτων μαύρος;..

***

Η τάξη ήταν μουγγή. Ούτε χαμογελάκια ούτε το παραμικρό κούνημα. Μια τάξη πενηντάρηδων.

Ιδού τα αποτελέσματα της προσωπικής επιβολής, αυτοκολακεύτηκε.

Ο καθηγητής έκαμε μια σύντομη εξέταση του προηγούμενου κι ύστερα προχώρησε στο παρακάτω. Ηταν το τελευταίο κεφάλαιο της «Απολογίας». Το διάβασε με φωνή σιγανή μα βαθειά. Κάποιος λυγμός έτρεμε μέσα της, μα δεν εκδηλωνόταν. Ο σεβασμός όμως για εκείνα που διάβαζε, αυτός ήταν καταφάνερος.

«Στερείται ύφους και παλμού εν τη αναγνώσει…» σημείωσε ο επιθεωρητής.

Κατόπιν έγινε γρήγορη διασάφηση των δυσκόλων φράσεων, ακολούθησε η ερμηνεία και ο καθηγητής πήρε τον λόγο.

«Ελλιπεστάτη γλωσσική επεξεργασία», ξανασημείωσε. «Υπήρχον άπειραι ευκαιρίαι διά την εμπέδωσιν της απροσώπου συντάξεως και παρωράθησαν…».

«…Ενας παραλογισμός, λοιπόν. Αυτός είναι ο θάνατος του Σωκράτη. Ενας παραλογισμός εν ψυχρώ…».

Τι λέει; ξαφνιάστηκεν ο επιθεωρητής.

«…Με τα σημερινά κριτήρια, τα συνηθισμένα μας μέτρα, η γαλήνια παραδοχή ενός τέτοιου θανάτου φαίνεται παραφροσύνη. Αυτή όμως η ψύχραιμη ηρωική παραφροσύνη είναι ό,τι δίνει φως στην τελευτή του πρεσβύτη…».

Είναι παράφρων ο ίδιος, εξαγριώθηκε ο επιθεωρητής και ωρθώθηκε.

- Ο Σωκράτης, είπε δυνατά, ο Σωκράτης, όστις απετέλη το ίνδαλμα και την δικαίαν καύχησιν συμπάσης της Αθηναϊκής πολιτείας…

Το ποτήρι ξεχείλιζε. Κάποιο χέρι σηκώθηκε σταθερά.

- Λέγε, είπε απορημένος και ασυνήθιστος να τον διακόπτουν.

- Είπατε «σύμπασης της Αθηναϊκής πολιτείας»;

- Βεβαίως, διότι ο Σωκράτης απετέλει…

- Τότε γιατί τον φαρμακώσανε; διέκοψε τολμηρά ο μαθητής.

- Πώς; Διατί τον;.. Οι ραδιούργοι Ανυτος, Μέλητος και… και…

- Λύκων, τον βοήθησε η τάξη.

- Μάλιστα, και Λύκων. Εκείνοι οι κατάπτυστοι…

- Κι οι δικαστές; Κι ο Αριστοφάνης; συνέχισε απτόητος ο τολμητίας. Κατάπτυστος κι αυτός;

- Σιωπή! κραύγασε. Ανάγωγε! Απεβάλατε εσχάτως –και λοξοκοίταξε τον καθηγητή- πάντα χαλινόν… Ο Σωκράτης λοιπόν, όστις απετέλει… όστις αποτελεί την υπερηφάνειαν της νεωτέρως Ελλάδος, ου μην αλλά…

Το κουδούνι του διαλείμματος τον λύτρωσε. Μα δεν κατάλαβε την ευεργεσία. Ηθελε να τους μάθη για τον Σωκράτη… πόσο άνετα μεταχειριζόταν την απρόσωπη και την προσωπική σύνταξη… βεβαίως… την ώρα που αυτοί έλεγαν κουκουβάγια το ιερόν πτηνόν της Παλλάδος…

***

- Κύριε Δημητριάδη ένα «φύλλον επιθεωρήσεως». Μου εσώθησαν.

Του το έφερε. Αρχισε με ζήλο να συμπληρώνη:

«Αθανάσιος Δεβελέγκας… Ετος υπηρεσίας πρώτον… Βαθμός πτυχίου –χμ!- «λίαν καλώς»… Εκ των γενομένων εν τη προτελευταία τάξει επιθεωρήσεων συνάγεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι ελλιπούς γλωσσικής καταρτίσεως, δι' ο και αποφεύγει την γραμματικήν και γλωσσικήν εξέτασιν. Αναγιγνώσκει κατ' ασυνήθη τρόπον τα κείμενα, άνευ λαμπρότητος φωνής. Διατυπώνει εξωφρενικάς ιδέας, αίτινες υποσκάπτουσιν εν ταις ψυχραίς των μαθητών την πίστιν προς πάσαν ανεξαιρέτως εκδήλωσιν της κλασσικής αρχιότητος…».

Θυμήθηκε την σύσκεψη στην μητρόπολη… η διάβρωση… η «Αξίνη»… Εχει γούστο νάναι στην παρέα της, υποψιάστηκε. Εχ, και νάταν! Όχι μόνο που θα τον κόλλαγε διά βίου… στη χαλκή γλαύκα, μα θα τον εξαπόστελνε στου διαόλου τη μάννα. Τα ανατρεπτικά στοιχεία μάς έλειπαν τώρα στην παιδεία…. Νάχουμε και κόκκινους…

Νέο κύμα νεύρων. Αντιπαθούσε, μισούσε σχεδόν, το κόκκινο. Απορούσε πώς είναι το διακριτικό χρώμα των ανωτάτων αξιωματικών. Αυτός όμως θα το αποσκοράκιζε από τα διακριτικά των εκπαιδευτικών… θα το αγνοούσε…

Πράσινο, αναγάλλιασε. Το χρώμα της ελπίδας! Πράσινες επωμίδες οι ανώτατοι!..

Μεθούσε η ψυχή του, χλόιζε σαν λιβάδι την άνοιξη! Πράσινες επωμίδες μ' επίχρυση γλαύκα… πράσινα φρέσκα μπιζέλια… Τα μαγείρευε τόσο πετυχημένα η γυναίκα του! Του άρεσε να την βλέπη, όταν τα καθάριζε. Πέταγε το εξωτερικό περίβλημα, που έκρυβε τον καρπό, πέταγε τα άχρηστα φλούδια… τις πράσινες επωμίδες… τα άχρηστα πράσινα φλούδια…

Ν.Τλλ.-

Δεκέμβριος 1961

Ο Ν. (Νίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος είναι Eλληνας φιλόλογος, λογοτέχνης, κριτικός εκδότης, φιλολογικός επιμελητής, ανθολόγος, μεταφραστής. Μεγάλωσε και ζει στη Χαλκίδα