GR US

Βασίλης Τεντολούρης: Εβαλα το νερό στ’ αυλάκι

Εθνικός Κήρυξ

O Βασίλης Τεντολούρης.

Ενα ελληνικό παραδοσιακό παντοπωλείο, που άνοιξε το 1974 στην καρδιά της Αστόριας, ένα παλιό μπακάλικο που έκρυβε θησαυρούς στα ράφια του, που το βάρος τους μετριόταν με τις οκάδες στη ζυγαριά και η τιμή τους υπολογιζόταν με το ανθρώπινο μυαλό και το χέρι, είναι το Mediterranean. Σήμερα λειτουργεί με τα πρότυπα των μεγάλων super market, χωρίς να χάσει τίποτα από την απλότητα και την καθημερινότητα του καταστήματος της γειτονιάς. Γεμίζει ολημερίς, αγόγγυστα, το καλάθι των νοικοκυριών, ελληνικών και ξένων, με μέλι θυμαρίσιο, γραβιέρα Κρήτης, λάδι από τα καλύτερα δέντρα της πατρίδας μας και όλα τα αγαθά του δικού μας παράδεισου και προσφέρει αναγνωρισιμότητα, φιλοξενία, ζεστασιά και προϊόντα της ελληνικής γης, υψηλής πιστότητας, που ελκύουν πελάτες από όλη την Αμερική.

Η φιλοσοφία του Βασίλη Τεντολούρη, του θεμελιωτή της ιστορικής αυτής επιχείρησης, που έφερε τα αγαθά από την Ελλάδα στην Αστόρια, σε μια εποχή που ο κόσμος έπρεπε να πηγαίνει στο Μανχάταν για να αγοράσει ένα ελληνικό μέλι, λάδι η λίγες ελιές, είναι βασική και απλή. Ο πελάτης που προτιμάει το Mediterranean, πρέπει να είναι σίγουρος για την επιλογή του και να φεύγει απόλυτα ευχαριστημένος από τον χώρο που φιλοξενούνται τα τρόφιμα, που θα καταναλώσει η οικογένειά του και ο ίδιος.

Η προσφορά του Βασίλη Τεντολούρη στην τοπική κοινωνία, η προσωπικότητα του Mediterranean, η αποδοχή του κόσμου, σε συνδυασμό με την άριστη εξυπηρέτηση, οικειότητα και ζεστασιά των υπαλλήλων, με έστρεψαν στον Βασίλη Τεντολούρη, για να μας δώσει μια εικόνα του τότε και του τώρα, για να μας πει με απλά λόγια, πώς τα κατάφερε ένα 25χρονο παιδί να φύγει από τη Νέα Ιωνία του Βόλου παντρεμένος, να έρθει στη Νέα Υόρκη με ελάχιστα δολάρια και να στήσει ένα καινούργιο νοικοκυριό και μια επιχείρηση που το όνομά της, αγαπημένο σε όλη την Αμερική, είναι απόλυτα ταυτισμένο με τον ελληνικό διατροφικό πολιτισμό μας και την ελληνική μας παράδοση.

Εθνικός Κήρυξ

Η Κωνσταντίνα, η Ζωή και η Χριστίνα που σε καλοδέχονται μόλις μπεις στο Mediterranean με το πιο ζεστό χαμογελο.

Τι σας έφερε στην Αμερική;

Ηρθα στις 12 Ιουνίου 1970 στην Αμερική. Είχα τελειώσει τη Σχολή Εργοδηγών στο Βόλο και εργαζόμουν σε μια εταιρεία οδοστρωμάτων, η οποία είχε μηχανήματα αμερικάνικα. Η Χούντα τότε, αν είχες ένα μηχάνημα να φορτώνεις και να ξεφορτώνεις, σου έδινε δυο άδειες σε ανατρεπόμενα αυτοκίνητα δωρεάν. Σκέφτηκα λοιπόν να παω στην Αμερική να δουλέψω, να αγοράσω ένα δικό μου μηχάνημα και να γυρίσω πίσω, αλλά δεν γύρισα ποτέ. Ηθελα να φύγω από την Ελλάδα, να πάω να ζήσω σε άλλη χώρα. Μου είχαν κάνει πρόταση να πάω στη Λιβύη και το σκεφτόμουν, αλλά τελικά το πήρα απόφαση να έρθω εδώ στην Αμερική. Ξεκίνησα αμέσως να δουλεύω στα παντοπωλεία τότε, για να μπορώ να βγάζω χρήματα να ζήσω την οικογένειά μου, γιατί ήρθα ήδη παντρεμένος από την Ελλάδα και μπήκα στη δουλειά αυτή σιγά σιγά, την αγάπησα και την έμαθα πολύ καλά. Μου άρεσε πολύ η επικοινωνία με τους ανθρώπους. Σας εργοδηγός, δεν είχα την ευκαιρία να συναναστρέφομαι με κόσμο και να μιλάω. Πηγαίναμε με ένα συνεργείο Κοζάνη, Σκόπελο, Πήλιο και μετά χανόμασταν. Αυτή ήταν ιδανική δουλειά για μένα. Μετά από πέντε χρόνια αποφάσισα ότι δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω ξανά.

Πώς ανοίξατε το δικό σας ελληνικό «παντοπωλείο» τότε και πόσα από αυτά υπήρχαν το 1970;

Εδώ στην Αστόρια δεν υπήρχε κανένα. Ολοι πήγαιναν στο 9th Avenue στο Μανχάταν, όπου υπήρχαν δύο καταστήματα. Εγώ δούλευα σε ένα delicatessen, που το είχε ένας Κωνσταντινουπολίτης. Υπήρχε και ένα ελληνικό τότε στην Αστόρια, Super Eight λεγόταν και εγώ απόκτησα εκεί μεγάλη εμπειρία. Είναι πολύ πολύ βαριά η δουλειά μας και πολύ κουραστική, αφού όλη μέρα είμαστε όρθιοι, αλλά ανταμειβόμουν με την εμπιστοσύνη και το χαμόγελο των ανθρώπων που γνώρισα και σιγά σιγά έγιναν οικογένειά μου. Το 1974 πήρα απόφαση να ανοίξω το πρώτο μαγαζί, που ήταν 28 Avenue και 38 street και μετά πήγαμε στο 30 Avenue και μετά ανοίξαμε και ένα στη Broadway. Διάλεξα εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν υπήρχε άλλο ελληνικό παντοπωλείο στην Αστόρια τότε και όλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι, γιατί δεν ήταν αναγκασμένοι να πηγαίνουν στο Μανχάταν.

Εθνικός Κήρυξ

Ο Σπύρος Κωστόγιαννης και ο Γιάννης Σπυριδάκης οι πιο δικοί μας άνθρωποι στο Mediterranean.

Τι προϊόντα προτιμάτε να εισάγετε;

Το 95% των προϊόντων μας είναι από την Ελλάδα και την Κύπρο. Προτιμάμε τα ελληνικά προϊόντα και προσπαθούμε να έχουμε τα καλύτερα, γιατί υπάρχουν και προϊόντα που ναι μεν είναι ελληνικά, αλλά είναι κατώτερης ποιότητας.

Σχετικά με την Κύπρο το 1974 άρχισα να φέρνω από εκεί τα προϊόντα και να τους στέλνω από εδώ, σε μια προσπάθεια να βοηθήσω την Κύπρο με την οποία ακόμα συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε. Είμαστε περήφανοι, γιατί όλα μας τα προϊόντα περνάνε όλα από το FDA, που είναι πολύ αυστηρό.

Θυμίστε μας πώς δούλευαν τότε τα παντοπωλεία. Πόσο έχουν εξελιχτεί από τότε;

Πρώτα είχαμε τις κρεμαστές ζυγαριές και αντί για ταμείο το χέρι μας και το μολύβι να λογαριάζει και το μυαλό μας να θυμάται τα πράγματα που αγόραζαν οι άνθρωποι που έρχονταν να ψωνίσουν. Ρίχναμε τα ψώνια σε μια σακούλα, τα έπαιρνε ο πελάτης και έφευγε και ούτε απόδειξη ούτε τίποτα. Ολα αυτά μέχρι το 1978, όταν μπήκαν οι αριθμομηχανές και δίναμε απόδειξη και αργότερα οι αριθμομηχανές με ζυγαριές, που ζύγιζαν και έδιναν και απόδειξη.

Εθνικός Κήρυξ

Το σύστημα σιγά-σιγά άλλαξε και μπήκαμε στην καινούργια τεχνολογία με τα κομπιούτερς. Η μεγάλη αλλαγή έγινε μετά το 1993 και η ριζική αλλαγή το 2000. Η τεχνολογία, όμως, έχει βελτιώσει και τα προϊόντα που έρχονται πιο εξελιγμένα, με καλύτερες προδιαγραφές και πιο καλά παρασκευασμένα. Κάθε μήνα τώρα και πολλές φορές και κάθε εβδομάδα, έχουμε καινούργια προϊόντα που έρχονται στο Mediterranean.

Κύριε Τεντολούρη, πείτε μας πώς επέδρασε η πανδημία στο Mediterranean;

Αυτό είναι γενικό κακό, δεν είναι μόνο για μας. Είχαμε και εμείς πτώση στις πωλήσεις μας, αλλά δεν κλείσαμε παρά μόνο για μια εβδομάδα, μετά από το Πάσχα. Προσπαθούσαμε να εξυπηρετήσουμε τους πελάτες μας. Πήραμε όλα τα προστατευτικά μέτρα. Κάναμε γενικό σπρέι, το οποίο δεν βλάπτει, απλά σκοτώνει τα μικρόβια. Βάλαμε πινακίδες, σημάδι για 6 πόδια απόσταση, φοράμε μάσκες, γάντια, ενώ οι πελάτες δεν μπορούν να μπούν στο κατάστημα χωρίς μάσκα. Κάναμε ό,τι μας συνέστησε ο νόμος. Τώρα οι πωλήσεις έχουν ανέβει μια χαρά. Ο κόσμος πήρε θάρρος μετά από τόσους μήνες. Δεν φοβούνται τόσο πολύ και έρχονται πάλι από τα γύρω μέρη, το Κονέκτικατ, το Νιου Τζέρσεϊ, το Λονγκ Αϊλαντ, στην Πενσυλβάνια κάθε 15 μέρες να αγοράσουν από εμάς. Οταν ξεκίνησε η πανδημία δεν μπορούσαν οι άνθρωποι να έρχονται και είχαν δίκιο.

Πώς διαχειριστήκατε το προσωπικό σας στη δύσκολη φάση του Covid-19;

Το προσωπικό το κράτησα όλο. Τους έδωσαν μία βδομάδα άδεια, την οποία την πλήρωσα και μετά γύρισαν πίσω όλοι. Ο μπάρμπα Κώστας, που πήρε τώρα σύνταξη, δούλευε 33 χρόνια και ένα άλλο παιδί δουλεύει 42 χρόνια σε μας. Εχουμε γύρω στα 25 με 27 άτομα και αυτές οι οικογένειες ζουν από το Mediterranean.

Εθνικός Κήρυξ

Πετύχατε τους στόχους που βάλατε;

Να μην είμαστε αχάριστοι. Αυτό που κάναμε εδώ, δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε όμως να κάνουμε και περισσότερα εδώ. Αυτό είναι σίγουρο. Οταν έρχεσαι σε μία χώρα μεγάλη δίχως χρήματα, δίχως να ξέρεις τη γλώσσα, και πάλι καλά να λέμε, που πολλοί Ελληνες σαν και μένα τα έχουν καταφέρει πολύ καλά. Ευχαριστώ τον Θεό, που έφτασα εδώ που είμαι και έχω δύο παιδιά, την κόρη μου και τον γιο μου, που είναι τακτοποιημένα και νοιώθω περήφανος γι' αυτά. Ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος.

Ποια είναι η συνταγή της επιτυχίας σας;

Σκληρή δουλειά, τιμιότητα και προσωπική σχέση με τους πελάτες μας, που δεν τους βλέπουμε σαν δολάριο. Οταν φτάνεις σε ένα σημείο επιτυχίας δεν σου κάνει εντύπωση. Οταν έχεις αγωνιστεί για να φτιάξεις ό,τι έφτιαξες, απολαμβάνεις τους κόπους σου μετά από χρόνια. Είμαι πιο ξένοιαστος τώρα γιατί, έβαλα το νερό στο αυλάκι.