GR US

Κατευόδιο στον Παναγιώτη Κατζάλη στη Μόρια της Λέσβου

Εθνικός Κήρυξ

Ο Θεόδωρος Καλμούκος αγκαλιά με τον αγαπημένο του θείο Παναγιώτη Κατζάλη τον Αύγουστο του 2019 στη Μόρια της Λέσβου. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΛΜΟΥΚΟΥ

ΒΟΣΤΩΝΗ. «Εφυγε» το πρωινό της Κυριακής 28 Φεβρουαρίου για το μεγάλο ταξίδι το στερνό και πορεύθηκε τη Δευτέρα 1η του Μάρτη με ευχές και προσευχές και ύμνους εξοδίους «την μακαρία οδό», προς την «Χώρα των ζώντων», τον Χριστό δηλαδή, ένας αφοσιωμένος σύζυγος, ένας στοργικός πατέρας, ένας φιλόστοργος παππούς, ένας εξαίρετος θείος, ένας άνθρωπος καλός, ο δικός μου και της αδελφής μου της Βασιλικής, σεβαστός και αγαπημένος θείος μας, ο Παναγιώτης Κατζάλης.

Ευχαριστώ εξ’ αρχής και εκ μέσης καρδίας τον σεβαστό και αγαπητό προϊστάμενο της ενορίας μας, του Αγίου Βασιλείου Μόριας, τον π. Νικόλαο Βαλάκο, για την πολλή του προθυμία με την οποία δέχθηκε να αναγνώσει τούτες τις σκέψεις μου για τον θείο Παναγιώτη, έτσι σαν κατευόδιο στερνό, αφού η πανδημία αλλά και η απόσταση δεν επέτρεψαν την αυτοπρόσωπη παρουσία μου για να τον αποχαιρετήσω για στερνή φορά.

Τον αγαπούσα και με αγαπούσε πολύ από τότε που ήμουν μικρό παιδί στο χωριό μας, τη Μόρια, και αργότερα όταν έφυγα για σπουδές στην Αμερική και στη συνέχεια καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, μέχρι και τις τελευταίες ημέρες τις δύσκολες και επώδυνες στο νοσοκομείο. Ημαστε σε διαρκή επικοινωνία με την αγαπημένη μου εξαδέλφη την Αγλαϊτσα, η οποία στάθηκε δίπλα του σωστός άγγελος, και του παρείχε αγάπη πολλή, στοργή και φροντίδα και με ενημέρωνε για την πορεία της υγείας του.

Ηταν μεγάλος άνθρωπος ο θείος Παναγιώτης, επειδή αγαπούσε πολύ και μεγάλοι είναι όσοι αγαπούν. Αγαπούσε τους ανθρώπους πηγαία και ειλικρινά, διότι ήταν άνθρωπος ειλικρινής και τίμιος με τον Θεό και τον εαυτό του, γι’ αυτό και εξέπεμπε μία πηγαία ταπείνωση, μία αφοπλιστική προσήνεια, μία υπέρμετρη ανθρωπινότητα.

Τελευταία φορά που ανταμώσαμε ήταν τον Αύγουστο του 2019 όταν είχα επισκεφθεί για λίγες μόνο μέρες το νησί μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη χαρά που ένιωσε. Με αγκάλιασε, με φίλησε και μου είπε: «σ’ ευχαριστώ γιε μου που ήλθες να με δεις». Καθίσαμε στον εξώστη του σπιτιού του και θυμηθήκαμε παλιές καλές μέρες και η θεία Χριστίνα μας άκουγε και χαμογελούσε γεμάτη χαρά και αγαλλίαση. Ηταν η δύναμη του αίματος που μας είχε συνδεδεμένους με τον θείο Παναγιώτη όλη μας τη ζωή.

Την Κυριακή, δηλαδή την ημέρα του Κυρίου, φτερούγισε και έφυγε από κοντά μας «για χώρα μακρινή και αρυτίδωτη» που θα έλεγε κι ο ποιητής. Βγήκε από τον χρόνο, αλλά όχι κι από την ύπαρξη και τώρα «εν ετέρα μορφή» πλέον έχει καταστεί «συνόμιλος των αγίων και οικείος του Θεού», βρίσκεται δηλαδή στη συντροφιά του Θεού διότι ήταν άνθρωπος καλός. Εκεί στη γειτονιά των αγγέλων θα συναντηθούν με την αείμνηστη και αγαπημένη μας μητέρα, την αδελφή του την Ελένη θα πιάσουν κουβέντα και θα εύχονται για όλους μας.

Ανερμήνευτο και ακαταλαβίστικο το συμβάν του θανάτου στο περατό μυαλό μας, γιατί πώς γίνεται αυτός ο άνθρωπος που μέχρι χτες ήταν μαζί μας, τώρα να κείτεται εδώ μπροστά μας, δίχως πνοή, χωρίς λαλιά;

Αλογία πραγματική ο θάνατος! Ανάλγητο και άπονο πέρα για πέρα το μαυριδερό χέρι του χάρου. Μαρτύριο και μυστήριο σωστό είναι ο θάνατος, αυτή η ακραία κοινή μας τραγικότητα, αυτή η αναπόφευκτη για όλους μας πραγματικότητα!

Μα, τι και πώς συμβαίνει αλήθεια αυτός ο χωρισμός; «Πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας;», διερωτάται απορημένα ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο ποιητής και συγγραφέας της Νεκρώσιμης Ακολουθίας που μόλις ψάλλαμε.

Τούτη η ώρα η τόσο πένθιμη και δύσκολη είναι συνάμα και τόσο ιαματική για μας τους επιζώντες διότι μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα πως κι εμείς, ασχέτως ηλικίας, κοινωνικής και μορφωτικής στάθμης, είμαστε μελλοθάνατοι. Αλήθεια πόσο σκεφτόμαστε και συνειδητοποιούμε πως από τη στιγμή που γεννιόμαστε είμαστε μελλοθάνατοι; Η στιγμή τούτη είναι στιγμή αλήθειας για όλους μας. Είναι ίσως η υπαρκτική θύμηση του εαυτού μας, γιατί αρχίζουμε και θέτουμε ερωτήματα δυσκολοαπάντητα με την θετική γνώση και αντιληπτική.

Αλήθεια τι είναι θάνατος; Τι θα πει πέθανε; Πώς μπορεί να διανύσει το περατό μυαλό μας την απεραντοσύνη του μυστηρίου αυτού του παράξενου γεγονότος; Τι είναι ζωή και τι είναι θάνατος; Τι είναι το κορμί του ανθρώπου το οποίο σε λίγο θα επιστραφεί στη γη και θα γίνει ένα μαζί της; Τι είναι το χαμόγελο, τι είναι το βλέμμα, τι είναι η καρδιά του, τι είναι το συνειδός του, δηλαδή το στοιχείο εκείνο το οποίο ορίζει την ύπαρξή μας και μας καθιστά «στιγμιαίες αιωνιότητες»; Τι είμαστε, πώς είμαστε, πώς γινόμαστε, ποίου είμαστε; Μα τι είμαστε τέλος πάντων, μια χούφτα γης, μιας χούφτα θάνατος; Ναι αυτό είμαστε! Αλλά όχι μόνο αυτό, είμαστε συνάμα κι ένα μεράδι του Θεού, κι ένα κομμάτι του παράδεισου!

Ανθρωπος! Αυτός ο τόσο γνωστός, αλλά και τόσο άγνωρος συνάμα. Ο χωματερός και ταυτόχρονα ο ουρανωμένος. Ο περατός, κι ο απέραντος μαζί. Ο θνητός κι ο απέθαντος συνάμα.

Ο θείος Παναγιώτης πορεύεται τούτη την ώρα «την μακαρία οδό». Είναι η ώρα η απολύτως προσωπική, η οποία σταματά του ρολογιού τους δείκτες, αφού ο χρόνος δεν έχει νόημα πλέον, ούτε ισχύ. Είναι ή ώρα του αποχωρισμού. Ομως αγαπημένες μου θεία Χριστίνα και εξαδέλφη Αγλαϊτσα και όλοι εσείς εν τω ναώ που συγκροτείτε την πλήθουσα Εκκλησία, «μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». Δηλαδή μη λυπάστε όπως εκείνοι που δεν ελπίζουν, μας συμβουλεύει ο Απ. Παύλος. Εμείς έχομε ελπίδα για να κρατηθούμε, είναι η Ανάσταση του Χριστού, με την οποία ο θάνατος μεταποιήθηκε σε ζωή και μάλιστα σε «όντως ζωή», σε ζωή απερίσταλτη από τον βασανισμό της φθοράς και του χρόνου.

Η πίστη όχι ως ένα ιδεολόγημα, μήτε ως ένας θρησκευτικός συναισθηματισμός, αλλά η πίστη ως ολοκληρωτική αυτοπαράδοση στον Αναστημένο Χριστό της Εκκλησίας είναι το δυνατό βάλσαμο παρηγοριάς και ελπίδας, γιατί χωρίς τον Χριστό η ζωή δεν έχει νόημα διότι της λείπει η αλήθεια και ο θάνατος είναι παραλογισμός γιατί του λείπει η λόγωση.

Αυτές τις σκέψεις μου αντί για νεκρολούλουδα καταθέτω στη μνήμη σου. Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μου θείε Παναγιώτη, καλό σου ταξίδι, και καλή αντάμωση, όχι στη Μυτιλήνη πια, αλλά στην άλλη μας πατρίδα, την απέθαντη, την μόνιμη και παντοτινή.

Αιωνία σου η μνήμη.