GR US

Νέα στοιχεία για την ζωή της Τζένιφερ Ντούλου

The National Herald Archive

(Photo: New Canaan Police)

ΣΤΑΝΦΟΡΝΤ. ΚΟΝΕΚΤΙΚΑΤ. Περίπου ενάμισης χρόνος έχει περάσει από την τελευταία φορά που κάποιος είδε την Τζένιφερ Φάρμπερ-Ντούλου. Η εξαφάνισή της απασχόλησε και απασχολεί ακόμη και τώρα την αμερικανική επικαιρότητα, όπως και την ελληνική, αφού ο εν διαστάσει σύζυγός της, ο οποίος κατηγορήθηκε από την Αστυνομία για την δολοφονία της, ήταν ελληνικής καταγωγής. Το πρόσφατο άρθρο της Βανέσας Γρηγοριάδη στο «Vanity Fair», παρουσιάζει μερικές καινούριες διαστάσεις αυτής της πολύπλευρης ιστορίας.

Τα αποδεδειγμένα γεγονότα της υπόθεσης είναι λίγα σε σύγκριση με το μέγεθος και τον αντίκτυπό της, και ακόμα λιγότερα για να προσφέρουν στις οικογένειες του κάποτε ζευγαριού, όπως και στα πέντε παιδιά τους, μια αναμφισβήτητη εκδοχή τού τι συνέβη στις διαφορετικές πράξεις αυτής της τραγωδίας:

Οπως αναφέρει και το άρθρο του «Vanity Fair», το πρωί της 24ης Μαΐου 2019 η Τζένιφερ Φάρμπερ-Ντούλου, έχοντας προηγουμένως οδηγήσει τα παιδιά της στο σχολείο τους, επέστρεψε στο σπίτι της. Παραμένει αγνοούμενη έκτοτε. Τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2019, οι αμερικανικές Αρχές συνέλαβαν τον εν διαστάσει σύζυγό της, Φώτη Ντούλο και την σύντροφό του, Μισέλ Τροκόνις, κατηγορώντας τους για αλλοίωση αποδεικτικών στοιχείων, υποστηρίζοντας (χωρίς να έχει αποδειχθεί καταληκτικά) πως σε βίντεο από δημόσιους χώρους εμφανίζονταν να πετάνε σακούλες σκουπιδιών όπου βρέθηκαν ρούχα της Φάρμπερ-Ντούλου, τα οποία οι Αρχές υποστηρίζουν ότι φορούσε την ημέρα της εξαφάνισής της. Στις 7 Ιανουαρίου 2020, η Αστυνομία συνέλαβε και πάλι τον Φώτη Ντούλο, κατηγορώντας τον για απαγωγή και δολοφονία της Φάρμπερ-Ντούλου. Η Αστυνομία συνέλαβε και την Τροκόνις, κατηγορώντας την ως συνεργό του.

Αssociated Press

Ο αυτόχειρας Φώτης Ντούλος. (Tyler Sizemore/Hearst Connecticut Media via AP)

Στις 28 Ιανουαρίου, λίγες ώρες πριν εμφανιστεί στο δικαστήριο για να διευθετήσει το ζήτημα της χρηματικής εγγύησης που θα του επέτρεπε να παραμείνει ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, ο Φώτης Ντούλος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αφήνοντας πίσω του ένα σημείωμα που υποστήριζε για μια ακόμα φορά την αθωότητα του ίδιου και των συγκατηγορουμένων του. Οι διασώστες που βρέθηκαν στο σπίτι του κατάφεραν να επαναφέρουν τον παλμό του, αλλά ο Ντούλος κατέληξε δύο μέρες μετά. Λίγες ημέρες αργότερα, το δικαστήριο έκανε δεκτό αίτημα του εισαγγελέα της πολιτείας του Κονέκτικατ που ζητούσε να κλείσει η υπόθεση εναντίον του Ντούλου, λόγω του θανάτου του.

Πολλές αποφάσεις για την υπόθεση εκκρεμούν ακόμα στα δικαστήρια, όπου η επάρκεια των μέχρι τώρα διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί πεδίο έντονης αντιπαράθεσης. Ανάμεσά τους είναι και ένα αίτημα των διαφορετικών δικηγόρων που εκπροσωπούν την μητέρα της Φάρμπερ-Ντούλου, τα πέντε παιδιά που είχε αποκτήσει με τον Φώτη Ντούλο και τη νομική περιουσία του τελευταίου, οι οποίοι ζητούν από το δικαστήριο να ανακηρύξει νεκρή την αγνοούμενη, χωρίς να έχουν περάσει τα 7 χρόνια που απαιτεί ο νόμος.

Στο άρθρο του «Vanity Fair», όμως, το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στην περιγραφή των δύο ανθρώπων που ίσως θα είναι για πάντα οι μόνοι που θα ξέρουν τι ακριβώς συνέβη στα τέλη του Μαΐου του 2019.

Αssociated Press

Ο Φώτης Ντούλος και η Μισέλ Τροκόνη στη συνδυαστική φωτογραφία που έδωσε στη δημοσιότητα η Αστυνομία στις 7 Ιανουαρίου, 2020. (Connecticut State Police via AP)

Η Γρηγοριάδη είχε γνωρίσει την Φάρμπερ από κάποια απόσταση, όπως περιγράφει, στα μισά της δεκαετίας του 1990 όταν και οι δύο ζούσαν στη Νέα Υόρκη ως νέες συγγραφείς. Για την δημοσιογράφο εκείνη η περίοδος ήταν μία εποχή που το Μανχάταν ήταν το ιδανικό σκηνικό μιας σκεπτόμενης κοσμικής ζωής που ταίριαζε στην γόνο της πλούσιας οικογένειας των Φάρμπερ, η οποία είχε ευαισθησίες που δεν περιορίζονταν, ούτε ικανοποιούνταν από τον πλούτο της οικογένειάς της. Κάνοντας το μεταπτυχιακό της στο NYU, είχε βρει τον εαυτό της και το στυλ της σαν συγγραφέας όταν οι σπουδές της την οδήγησαν στο θέατρο. Μαζί με κάποιους φίλους της ίδρυσε μια θεατρική ομάδα και έγραψε τέσσερα θεατρικά έργα, όμως για την συγγραφέα του «Vanity Fair» η Τζένιφερ Φάρμπερ είχε πάντα στόχο να παντρευτεί, αναζητώντας μια οικογενειακή ευτυχία όπως την είχε περιγράψει κάποτε σε ένα της διήγημα για τις διάσημες στους κοσμικούς κύκλους του Μανχάταν γαμήλιες ανακοινώσεις στους «New York Times». Ηταν η ίδια αναζήτηση που είχε περιγράψει και σε ένα της θεατρικό έργο για μια γυναίκα που, παραμονή του γάμου της, και ενώ ο πατέρας της της θυμίζει πως είναι ώρα να παντρευτεί, την επισκέπτονται οι άντρες με τους οποίους είχε σχέσεις πριν τον γάμο της. Η Γρηγοριάδη περιγράφει μια εντυπωσιακή, όμορφη, ταλαντούχα και δυναμική γυναίκα, που ήθελε να παντρευτεί όχι για να παρατήσει τις άλλες της φιλοδοξίες, αλλά για να συνδυάσει όλα όσα εκείνη την εποχή θα αποδείκνυαν, στους άλλους αλλά και στην ίδια, την επιτυχία της: Μια ευτυχισμένη οικογένεια και μια επιτυχημένη καριέρα που δεν θα ανταγωνίζονταν η μία την άλλη.

Για το άρθρο του «Vanity Fair» η απεικόνιση της Φάρμπερ ως μιας απλής συζύγου και μητέρας στο Κονέκτικατ όπως την παρουσίαζαν τα άρθρα και οι εκπομπές που ακολούθησαν την εξαφάνισή της ακυρώνει την εντυπωσιακή και ακόμα υποσχόμενη ζωή της ταλαντούχας Νεοϋορκέζας που απογοητεύτηκε από το Μανχάταν όταν η κοσμική του ζωή έχασε το περιεχόμενο που είχε κάποτε για εκείνη και αποφάσισε να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκείνη την περίοδο επανασυνδέθηκε και με τον γοητευτικό Έλληνα που είχε γνωρίσει στο πανεπιστήμιο Brown όταν έκαναν τις προπτυχιακές σπουδές τους. «Η τύχη έκανε τα μάγια της», έγραψε σύμφωνα με το περιοδικό η Φάρμπερ, μιλώντας για «αυτόν τον νέο άντρα που πάντα μου άρεσε».

Σχολιάζοντας πως ήταν λιγότερο ευκατάστατος από τους άλλους, το άρθρο περιγράφει τον Φώτη Ντούλο σαν έναν από διάφορους Ευρωπαίους που βρίσκονταν στο πανεπιστήμιο Brown όταν σπούδαζε εκεί το μετέπειτα ζευγάρι. Τονίζει, όμως, πως όταν συναντήθηκε ξανά με την Φάρμπερ ήταν ένας επιτυχημένος επαγγελματίας που είχε αποκτήσει MBA από το φημισμένο πανεπιστήμιο Κολούμπια και δούλευε στην εταιρεία Capgemini.

Εθνικός Κήρυξ

Το σπίτι του Φώτη Ντούλου. Φωτογραφία: AP

Η Γρηγοριάδη γράφει πως ο Ντούλος δανείστηκε χρήματα από τον πατέρα της Τζένιφερ Φάρμπερ για να αναπτύξει την επιχείρησή του ως κατασκευαστής πολυτελών επαύλεων, λέγοντας όμως πως «η επαγγελματική του ζωή ήταν χαοτική», σύμφωνα με όσα φαίνεται να υποστηρίζει μια φίλη της Φάρμπερ. Για το άρθρο του «Vanity Fair» αυτό που ξεκίνησε ανάμεσα σε δύο ικανούς ανθρώπους με υποσχέσεις ευτυχίας σε κάθε επίπεδο, γρήγορα φάνηκε να διαψεύδεται: Σε κάποιο σημείο, η δημοσιογράφος παρατηρεί ότι «η Φάρμπερ επιθυμούσε έναν ισόβιο σύντροφο με πνεύμα και βάθος. Αλλά φαίνεται πως όσο περισσότερο προσπαθούσε να ταιριάξει με τον Ντούλο τόσο έπρεπε να αγνοεί τον εαυτό της».

Ανάμεσα σε περιγραφές για τα προβλήματα του γάμου του Ντούλου και της Φάρμπερ, προβλήματα που σύμφωνα με την δημοσιογράφο είχαν να κάνουν με τις αρχικές τους δυσκολίες στο να αποκτήσουν παιδιά, με τις μετέπειτα αυξανόμενες διαμάχες του ζευγαριού, αλλά και με τους διαφορετικούς ρόλους στους οποίους αφοσιώθηκαν, το άρθρο δεν επιφυλάσσει πολλά καλά λόγια για τον ομογενή αυτόχειρα, πέρα από το ότι ήταν εμφανίσιμος, κοινωνικός, έξυπνος και αθλητικός. Σημειώνει δε πως, μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Φάρμπερ έμαθε ότι ο Ντούλος διατηρούσε σχέση με την Μισέλ Τροκόνις, τη γυναίκα που συνελήφθη μαζί του με την κατηγορία πως ήταν συνεργός του. Από εκεί και πέρα το ζευγάρι οδηγήθηκε στα δικαστήρια σε μια μακρόχρονη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου, με πλήθος καταγγελιών εκατέρωθεν.

Στο άρθρο δεν υπάρχουν καινούρια στοιχεία για την εξαφάνιση της Τζένιφερ Φάρμπερ, υπάρχουν όμως καινούρια στοιχεία για τη ζωή της. Η Γρηγοριάδη φτιάχνει το προφίλ μιας γυναίκας που δεν παραμένει εγκλωβισμένη τη στιγμή της εξαφάνισής της, αλλά έχει παρελθόν, και θα είχε και μέλλον. Την ίδια ώρα όμως το άρθρο αφήνει τον Ντούλο εγκλωβισμένο στις κατηγορίες εναντίον του. Με την κοινή γνώμη να του στερεί το παρελθόν του, και τον ίδιο να έχει αρνηθεί το μέλλον του, ο Φώτης Ντούλος φαίνεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αθωότητα και την ενοχή. Και η δικαίωση δεν φαίνεται πιθανή για κανέναν από το ζευγάρι που κάποτε φαινόταν να τα έχει όλα.