GR US

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τον πολυαγαπημένο μας σύζυγο, πατέρα, παππού και αδελφό ΙΩΑΝΝΗ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ,  (JOHN PETROPOULOS) από την Ελευθεριανή Ναυπακτίας. 10 Σεπτεμβρίου 1945 – 1 Μαΐου 2021, που απεβίωσε το Mέγα Σάββατο 1 Μαΐου 2021 κηδεύουμε την Πέμπτη 6 Μαΐου, από το νεκροπομπείο FREDERICK FUNERAL HOME, 192-15 Northern Blvd., Flushing, NY 11358, τηλ.: (718) 357-6100. Ωρες επισκέψεων: Tετάρτη 5 Μαΐου 3-7 μ.μ.  Η νεκρώσιμη ακολουθία θα τελεστεί στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, 196-10 Northern Blvd., Flushing, NY 11358  και ώρα 9 π.μ.

ΟΙ ΤΕΘΛΙΜΜΕΝΟΙ:

Η σύζυγος ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ 

Τα παιδιά ΑΝΤΩΝΙΑ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ και ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Τα εγγόνια ΣΤΕΛΙΟΣ, ΣΤΕΛΛΑ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ, ΙΩΑΝΝΗΣ και ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

Τα αδέλφια ΓΙΩΡΓΟΣ, ΕΛΛΗ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΝΙΚΟΣ και ΒΟΥΛΑ

και οι λοιποί συγγενείς εδώ, στην Ελλάδα, στον Καναδά και στην Αυστραλία.

~~~~

Ioannis John Petropoulos died far from where he was born – in every respect

The fourth of eight children born into the Civil War raging in the mountains of western Greece after World War II, John’s family tended livestock and lived off a meager patch of land whenever they were not migrating to pick corn for wealthy landowners in the lowlands.  These were hard people, and John had a soft heart.  At an age we would not consider leaving our child alone, John was sent to tend sheep and goats in the mountains alone, and in the night imagined ghosts and nereids in his midst.  At the tender age of five, John was even given away to an affluent childless couple in another village, so as to ease pressure on his impoverished family.

This particular child refused to settle for this fate, however, and so he trekked through rivers and mountains to make it back to his family.  He then never stopped trekking for his family.  After the sixth grade, John hitchhiked his way to Athens to work small jobs, then to Germany for work as a 16-year-old Gastarbeiter, back to Greece to complete his military service during a military coup, off to Canada and then back to Greece to marry the fiery love of his life who was also his family’s neighbor in the village vineyards, Panagiota.  For their fifty years of marriage, whenever they were not working, Panagiota and John would rarely be seen apart from one another.

John applied for residency in South Africa, Australia, the United States and Canada.  His application to Canada was accepted first, and offered him the opportunity to join his siblings in Toronto.  The couple lived in Canada and then settled in New York, where they began the hard task of building their family.  John did this with his hands.  The 5’ 3” immigrant successfully built his family’s future by helping raise his adopted city to the heavens.  John helped build the Twin Towers, the Citicorp building, and many others.  The first building he ever worked on is Waterside Plaza on the East River.  Amazingly, it sits across from NYU Langone Hospital.  And John stared at it with a father’s pride from his hospital room in late January, when he knew that his journey was ending.   

The pride and devotion John had for his family was endless. When the Waterside Plaza project wound down and he was let go, John was struck by the terror of possibly letting his family down.  But this man with a sixth-grade education never did let them down, and secured an extraordinary life for his wife, children and grandchildren.  Although John was an avid reader with interests ranging far and wide from history to politics, he was somewhat shy around adults, including those closest to him.  Indeed, his thoughts on all sorts of things, including whether he had become infected and the gravity of his situation, were underestimated and discounted.  John loved Kit-Kats, Games, and making others happy; and so it makes sense that he felt most comfortable in the company of children. Even in his 70s, John displayed the wide-eyed wonder of a child when introduced to new games like bowling or bocce. 

John leaves behind three children, six grandchildren and more to come, who will no doubt terribly miss seeing their pappou light up as he played or joked like a child himself, even if it may have embarrassed children and grandchildren at the time.  The journey of that five-year old who refused the comforts of a strange family, would take him to every corner of the globe alongside his devoted wife, partner, friend and soulmate, Panagiota.  She will especially miss their time exploring, laughing and learning together.  In that hospital room on the other side of the globe from his tiny village of Eleftheriani, John seemed disappointed his journey was ending.  In those days before he was intubated, he spoke about how many miles he and his wife walked daily and used a breathing tool to display to us how he still had fight in him.  This tremendous fight continued for three months, but ultimately ended with a single tear at the corner of his right eye, surrounded by his family.   

Eleftheriani means “place of freedom” and was so named because its remoteness caused it to never be occupied by any foreign invader.  He was born in that place, freed himself from it, and ultimately, needed to leave his beloved family in order to free himself from sickness.  He died on our Great & Holy Saturday; the most auspicious day of our religious calendar to pass away.  We hope that this man, who never let his very hard life make him a very hard person, knows the extraordinary amount of love, tenderness and pride he leaves behind.  We also hope he has found a new freedom, in some joyous place that is free from the seriousness of adulthood, from which he can look down to witness all that he created, and smile.

-------

Ο Ιωάννης Πετρόπουλος απεβίωσε πολύ μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε, την Ελευθέριανη Ναυπακτίας,έχοντας όμως επιτύχει τόσα πολλά στη ζωή του.

Ηταν ο τέταρτος από 8 αδέλφια. Γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στα βουνά της δυτικής Ελλάδας, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.Η οικογένειά του ήταν βοσκοί, που ζούσαν από ένα μικρό κομμάτι γης όταν δεν ξενοδούλευαν μαζεύοντας καλαμπόκι για τους πλούσιους γαιοκτήμονες στις πεδιάδες. Ηταν σκληροί άνθρωποι αλλά ο Γιάννης είχε μια τρυφερή καρδιά.

Στην ηλικία που τα παιδιά δεν πρέπει να μένουν μόνα ο Γιάννης φύλαγε τα αιγοπρόβατα στα βουνά μόνος του. Τα βράδια «έβλεπε» φαντάσματα και νεράιδες από τον φόβο του. Στην τρυφερή ηλικία των 5 χρόνων ο Γιάννης υιοθετήθηκε από μια πλούσια άτεκνη οικογένεια σε ένα διπλανό χωριό για να μειωθεί το βάρος από την οικογένειά του. Αυτό το παιδί όμως αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τη μοίρα του. Πέρασε βουνά και ποτάμια για να βρεθεί και πάλι κοντά στην οικογένειά του. Και δεν σταμάτησε ποτέ. Μετά την Εκτη Δημοτικού κατάφερε να βρεθεί στην Αθήνα όπου έκανε μικροδουλειές. 16 χρόνων μετανάστευσε στη Γερμανία σαν εργάτης. Επέστρεψε στην Ελλάδα να υπηρετήσει τη θητεία του και αμέσως μετά στον Καναδά και πίσω στην Ελλάδα για να παντρευτεί τη γειτόνισσά του, Παναγιώτα, τον φλογερό έρωτα της ζωής του. Για πενήντα χρόνια, όταν δεν δούλευαν, σπάνια έβλεπες τον Γιάννη και την Παναγιώτα χωριστά.

Ο Γιάννης έκανε αιτήσεις για να μεταναστεύσει στη Νότια Αφρική, Αυστραλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Η αίτησή του στον Καναδά έγινε δεκτή. Ετσι είχε την ευκαιρία να ξαναβρεθεί με τα αδέλφια του στο Τορόντο. Το ζευγάρι έζησε για λίγο στον Καναδά. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη όπου άρχισαν να δημιουργούν την οικογένειά τους. Ο μικρόσωμος, 5 πόδια και 3 ίντσες, μετανάστης, αγωνίστηκε και με επιτυχία θεμελίωσε το μέλλον της οικογένειάς του ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν να «ανεβάσει» τη θετή του πόλη στους ουρανούς. Δούλεψε στους Δίδυμους Πύργους, στο Citicorp Building και σε πολλά άλλα κτίρια και ουρανοξύστες. Το πρώτο κτίριο στο οποίο εργάστηκε ήταν το Waterside Plaza στον East River. Βρίσκεται απέναντι από το NYU Langone Hospital, από ένα δωμάτιο του οποίου, στο τέλος του Ιανουαρίου, όταν πια γνώριζε ότι έφτανε το τέλος της ζωής του, ατένιζε με σχεδόν πατρική αγάπη το Waterside Plaza.

Η υπερηφάνεια και η αφοσίωση για την οικογένειά του ήταν απέραντη. Όταν ολοκληρώθηκε το Waterside Plaza o Γιάννης απολύθηκε. Ετρεμε στη σκέψη ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της οικογένειάς του. Ομως, αυτός ο άνδρας, απόφοιτος μόνο Δημοτικού σχολείου, όχι μόνο ποτέ δεν απογοήτευσε την οικογένειά του αλλά εξασφάλισε μια υπέροχη ζωή για τη γυναίκα του, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Παρ’ όλο που διάβαζε πολύ και είχε πολλά ενδιαφέροντα –από Ιστορία έως Πολιτική- ήταν λιγομίλητος όταν βρισκόταν με άλλους, ακόμα και με δικούς του ανθρώπους. Υποτιμούσε πολλά από τα προβλήματα που τον απασχολούσαν όπως επίσης ότι μπορεί να είχε μολυνθεί, καθώς και τη σοβαρότητα της κατάστασής του. Αγαπούσε τα Kit- Kats, games και να κάνει τους άλλους ευτυχείς. Γι’ αυτό και ένιωθε πολύ πιο άνετα με τα παιδιά. Στα 70 του έβλεπες στα μάτια του τον θαυμασμό ενός παιδιού όταν μάθαινε καινούργια παιχνίδια, όπως bowling or bocce.

Αφήνει πίσω τη γυναίκα του, 3 παιδιά, 6 εγγόνια και άλλα που πρόκειται να γεννηθούν. Τα εγγόνια θα πεθυμήσουν τον παππού τους και τη χαρά που ένοιωθε κάθε φορά που αστειευόταν και έπαιζε μαζί τους ακόμα και όταν άθελά του τα έκανε να ντρέπονται. Το ταξίδι της ζωής ενός παιδιού που αρνήθηκε την άνεση που του προσέφερε μια ξένη οικογένεια τον έφερε στην άκρη της Γης, μαζί με την αγαπημένη του γυναίκα, την Παναγιώτα, τον σύντροφο, τον φίλο, την αδελφή ψυχή. Θα της λείψουν όλες οι καλές τους στιγμές. Στο δωμάτιο του νοσοκομείου στην άλλη άκρη της Γης από την αγαπημένη του Ελευθέριανη ο Γιάννης ένιωθε απογοήτευση γιατί το ταξίδι της ζωής του τελείωνε. Τις ημέρες πριν διασωληνωθεί μιλούσε για διάφορα θέματα, όπως πόσα μίλια ο ίδιος και η γυναίκα του περπατούσαν καθημερινά και χρησιμοποιούσε έναν αναπνευστήρα για να δείξει σε όλους ότι ακόμα μπορεί να παλέψει για τη ζωή. Αυτός ο τρομερός αγώνας κράτησε 3 μήνες. Τελείωσε με ένα δάκρυ στο δεξί του μάτι και όλους εμάς δίπλα του.

Ελευθέριανη σημαίνει τόπος ελευθερίας και ονομάστηκε έτσι γιατί ποτέ λόγω της θέσεώς της δεν σκλαβώθηκε από κανένα κατακτητή. Εκεί γεννήθηκε, εκεί ανεξαρτητοποιήθηκε και υπήρξε ελεύθερος μέχρι το τέλος της ζωής του. Ελπίζουμε ότι τούτος ο άνδρας που ποτέ δεν επέτρεψε στις αντιξοότητες να τον κάνουν σκληρό άνθρωπο γνωρίζει την απέραντη αγάπη, τρυφερότητα και υπερηφάνεια που αφήνει πίσω του. Ακόμα, ελπίζουμε ότι βρήκε μια καινούργια Ελευθερία σε ένα καινούργιο τόπο απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις της ζωής και απ’ όπου μπορεί να κοιτάζει κάτω και να βλέπει με χαμόγελο ό,τι έχει δημιουργήσει.