GR US

Μια ανατολική χριστιανική κοινότητα ανθίζει στο Μπάρι!

Εθνικός Κήρυξ

Ο κ. Paolo Scagliarini.

Στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με τη συνθήκη ειρήνης, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες Ιταλών που κατοικούσαν στις αποικίες της Αφρικής, στα Δωδεκάνησα, στη Ρουμανία, στην Ελλάδα και στα ιταλικά εδάφη που μετά παραχωρήθηκαν στη Γιουγκοσλαβία, επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

Μεταξύ των πόλεων όπου, μετά από πολλές περιπέτειες, οι οικογένειες αυτές εγκαταστάθηκαν, ήταν και το Μπάρι. Στην πόλη αυτή, για περίπου δέκα χρόνια, οι πρόσφυγες έζησαν σε κοιτώνες, εγκαταλελειμμένους στρατώνες, παρατημένα μοναστήρια, παραθαλάσσια θέρετρα, στα οποία ο μόνος τρόπος με τον οποίο κάποιος θα μπορούσε να βρει λίγη ιδιωτικότητα ήταν οι κουβέρτες που χώριζαν τους κοιτώνες.

Σε αυτήν την απόλυτη ανασφάλεια, μια ομάδα οικογενειών, που ήρθαν από την Ελλάδα και προπάντων από τα Δωδεκάνησα, τα οποία η Ιταλία είχε κατακτήσει από την Οθωμανική αυτοκρατορία με τον πόλεμο του 1911/1912, ένιωσαν την ανάγκη, προτού έχουν ένα σπίτι, να αποκτήσουν μια εκκλησία κι έτσι έκαναν έκκληση στη Ρώμη να αποκτήσουν έναν πνευματικό οδηγό της Ελληνοβυζαντινής Καθολικής Εκκλησίας, αφού το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είχε αρνηθεί να στείλει ιερέα.

Σε ένα έγγραφο που κιτρίνισε με την πάροδο του χρόνου, και φυλάχθηκε στο Ιστορικό Ινστιτούτο «Don Policarpo Scagliarini» στο Μπάρι, διαβάζουμε ότι οι πρώτοι από τους υπογράφοντες αυτή την έκκληση ήταν ο Κακούλης Βασίλειος, 41 ετών, Ορθόδοξος παντρεμένος με την Παπαναστασίου Καθολική με 4 παιδιά: τον Γεώργιο 13 ετών, τη Μαρούλλα 11, τον Μιχαήλ 8, και την Μανταλένα 6 ετών. Ο Κακούλης υπηρέτησε στη Ρόδο σαν Ιταλός Carabiniere καθώς επίσης Carabiniere ήταν και ο Στέργιος Κατζηγιώργος, άλλος πρόσφυγας από τη Ρόδο, που έκανε τα πάντα για να αποκτήσει ένα βυζαντινό πνευματικό οδηγό για την κοινωνία.

Αυτές ήταν οι «μικτές» οικογένειες, όπως εκείνη την εποχή ονόμαζαν τις οικογένειες με Καθολικούς και Ορθόδοξους συζύγους. Πολλές από αυτές τις οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στα Δωδεκάνησα προέρχονταν από την καταστροφή της Σμύρνης (ήταν οι λεγόμενοι Λεβαντίνοι) και οι «μικτοί γάμοι», ειδικά σε τέτοιες κοσμοπολίτικες πόλεις, δεν ήταν ασυνήθιστοι παρά τις αμοιβαίες αντιπαραθέσεις των τοπικών κληρικών. Σε αυτές τις «μικτές» οικογένειες σχηματίστηκαν και άλλες: εκείνες των Ιταλών στρατιωτών που στάλθηκαν στα μέτωπα και παντρεύτηκαν Ελληνίδες.

Η αίτηση του Σεπτεμβρίου 1954 για έναν πνευματικό πατέρα, έγινε αποδεκτή από την Sacra Congregatio «Pro Ecclesia Orientali» της Αγίας Εδρας στη Ρώμη, της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο Καρδινάλιος Eugenio Tisserant, που συμφώνησε με τον Βυζαντινό Επίσκοπο της Lungro, κ. Μέλε, και με τον Λατίνο Επίσκοπο του Μπάρι, Ενρίκο Νικοδήμο, το 1954 να στείλουν έναν νεαρό πατέρα, τον π. Ιωσήφ Φεράρι, για να ασκήσει έργο μεταξύ των πιστών της ορθόδοξης ιεραποστολής στην Απουλία και ιδιαίτερα στο Μπάρι.

Ο π. Φεράρι αφιερώθηκε με πάθος στην αποστολή που του ανατέθηκε. Μοιράστηκε τη ζωή των προσφύγων, μένοντας μαζί τους, μοιράζοντας το ψωμί του τραπεζιού, βοηθώντας τους πνευματικά πραγματοποιώντας ακόμη και τη Θεία Λειτουργία στους στρατώνες. Ο ίδιος δεν παρέλειψε να συσχετιστεί με τους δύο Επισκόπους του Μπάρι και του Λούνγκρου, εκδηλώνοντας την ανάγκη ίδρυσης μιας ενορίας αφού η παραχώρηση του Επισκόπου του Μπάρι, για να εκτελέσει τις ιερές λειτουργίες στην κρύπτη της Βασιλικής του Αγίου Νικολάου και στον Ι.Ν. του Αγίου Γρηγορίου, στην πραγματικότητα, ήταν ακόμη προσωρινό μέτρο.

Γι ́ αυτό με τη συγκατάθεση του Καρδινάλιου Tisserant, o π. Φεράρι αποφάσισε να ζητήσει από τον Δήμαρχο του Μπάρι, Francesco Chieco, να παραδώσει σε διαρκή χρήση τη ρωσική εκκλησία, που στο Μπάρι βρίσκεται χάρη στον Τσάρο Νικόλαο Β’. Σε αυτήν την πρόταση όμως δεν αντιτάχθηκε ποτέ ανοιχτά ο Δήμος, αλλά ούτε και την υποστήριξε, για αυτό, παρά την παρέμβαση ιταλικών πολιτικών προσώπων, δεν έγινε ποτέ τίποτα.

Στις 30 Απριλίου 1956, ο π. Φεράρι μπόρεσε να ανακοινώσει ότι είχε γίνει η παράδοση από τον Λατίνο Επίσκοπο του Μπάρι του Ι.Ν. του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με διαρκή δωρεά. Αυτός ο αρχαίος ναός, όπου είχαν φυλαχθεί τα οστά του Αγίου Νικολάου το 1087, ανήκε τώρα στην ελληνοκαθολική κοινότητα και ήταν αφιερωμένoς στον Αγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Αυτοί οι πρόσφυγες που σε απομακρυσμένα εδάφη είχαν χάσει τα πάντα, μετά από δέκα χρόνια, είχαν βρει ένα ναό για να προσευχηθούν και στέγη κάτω από την οποία θα ζούσαν με τις οικογένειές τους, αφού μετά από λίγους μήνες έλαβαν και τα κλειδιά των σπιτιών που το Υπουργείο Εσωτερικών είχε χτίσει γι’ αυτούς.

Μετά από αιώνες, στο Μπάρι, ένα βυζαντινό άνθος άρχισε να δείχνει τα μπουμπούκια του και έτσι, μετά από έναν μακρύ χειμώνα, μια ανατολική χριστιανική κοινότητα άνθισε ξανά.

*Ο Paolo Scagliarini είναι ο Διευθυντής του Παραρτήματος του Ελληνικού Μορφωτικού Ινστιτούτου στο Μπάρι.